Κυρά των αηδονιών Λέω να βρω καιρό και να μετρήσω την ηλικία της θάλασσας από το βάθος των ματιών σου!. Στα πέντε σου δάχτυλα στιγμή-στιγμή, δάκρυ το δάκρυ να κάτσω να συλλογιστώ τον ανθρώπινο πόνο ανά τους αιώνας!. Κι'επειδή ο θεός και τ'αστέρια του έδωσε ένα-ένα και με τάξη απλή, να ζωγραφίζουν στο κάθε σου βήμα μικρές παναγιές που ανασταίνονται, Λέω. Tα μακρινά ηρωικά βουνά της Αρκαδίας μου, με χίλια μύρια χρώματα. Mε δυο στρατιές αγγέλους, σου στέλνουν δώρο στην γιορτή σου ένα κομμάτι ηλιοβασίλεμα, να το κρεμάσεις στον λαιμό σου! Κι'επειδή στ'οντάριο οι μήνες είναι σκληροί.. Tα καραούλια απ'τις ψηλές τους τις κορφές στο Καρδαρίτσι: Ο ’γιος Γεώργιος η Αγία Παρασκευή μαζί κι'ο ’γιος Κωσταντίνος, σου στέλνουν γράμμα και γραφή, μαζί κι'ένα ματσάκι δεντρολίβανο να το κρατάς στον κόρφο σου να μην σε πιάνει αβάσκαμα. Κι'επειδή εγώ, και τους χρόνους εβασάνισα.. Λέω. Είναι καιρός τον εαυτό μου να γυρίσω πίσω.. Nα του διδάξω ανάγνωση και γραμματική, ώστε να μπορεί σωστά, να συλλαβίζει το ονομά σου! Μικρή κυρά μου αναργιανή, κυρά των αηδονιών της πετροπούλας και του κότσυφα! Kυρά του νου, της όσφρησης και της αφής, θα με περιμένεις; Κι'εγώ το καρτερώ, να πάει η ώρα δώδεκα να πάει το μεσημέρι!... Κυρά μου καπετάνισσα Κυρά μου καπετάνισσα κυρά, σε βλέπω με την ρόκα σου να σαλαγάς τ αρνιά, κειδά στις ράχες τις ψηλές στο Καρδαρίσι! Κι εγώ σου το βοσκόπουλο, την προσευχή να κάνω για σε τον τσάμικο!. Κυρά. Να σου πηδώ απ το να βουνό στ'άλλο να φέρνω φούρλες, και με του Ζάχου την φωνή να σου λέω την βοσκοπούλα... Κι εσύ κυρά η Νζαβέλαινα να σου χτενίζει τα μαλλιά και η παναγιά να σου φοράει γιορτάνια. Κι εγώ ζωσμένος τ' άρματα ν' αστράφτω! ο αστραπόγιαννος κυρά στην χρυσοπλούμιστη την φορεσιά του γέρου μου Κολοκοτρώνη! Να πάμε μέρα του βαγιού στην εκκλησιά του ’η Νικόλα!. Και σαν πιο κει πιο ύστερα, σαν έρθει εικοσιδυό Νοέμβρη, να πάμε πάλι να γιορτάσουμε τα δεκαοκτώ μας χρόνια παντρεμένοι, και νάχουμε τον παπαβασίλι στο ευαγγέλιο...