Δωροδοκία Μέρες που είναι, καθένας παίρνει και δίνει δώρο. Οσο για μένα, προσφέρω ό,τι μπορώ· όχι ό,τι έχω. Ετσι κι αλλιώς αυτό που ακολουθεί δεν είναι ακριβώς δικό μου: πρόκειται για μεταφράσματα από τη 14η ραψωδία της Οδύσσειας. Με τη δουλειά αυτή, που θα κρατήσει ελπίζω κι άλλα τρία χρόνια, πέρασαν οι γιορτές, κι όλοι περάσαμε από τη μια χρονιά στην άλλη. Πάμε στο δώρο που υποσχέθηκα. Ο Οδυσσέας παραμορφωμένος ζητιάνος, βρίσκεται στο καλύβι του Εύμαιου, επάνω στο βουνό, μακριά από το παλάτι της Ιθάκης. Στο μαντρισμένο υποστατικό υπάρχουν χοίροι και σκύλοι, που κόντεψαν να κατασπαράξουν τον ξένο του Εύμαιου. Αλλά ο χοιροβοσκός προφταίνει και τον σώζει. Μετά του λέει: «Γέρο μου, λίγο ακόμη και θα σ' έκαναν κομμάτια τα σκυλιά, / οπότε στα καλά καθούμενα το κρίμα θα 'ριχνες σε μένα. / Μου φτάνουν όμως στεναγμοί και βάσανα, όσα μου δώσαν οι θεοί, / που μένω εδώ οδυρόμενος θρηνώντας έναν βασιλιά ισόθεο. / Να τρέφω εγώ γουρούνια γι' άλλους, να τρώνε αυτοί, να τα χορταίνουν, / κι εκείνου να του λείπει το ψωμί, που βολοδέρνει / σε πολιτείες και χώρες αλλόγλωσσων ανθρώπων­ / αν βέβαια ακόμη ζει, αν βλέπει ακόμη ηλίου φως. / Μα έλα τώρα στα βήματά μου, να μπούμε οι δυο μας στο καλύβι, / κι αφού το μέσα σου χορτάσει ψωμάκι και κρασί, / μου λες, αν θες, ποιος είναι ο τόπος σου και πόσα βάσανα / υπόμεινε η ψυχή σου». Καθώς βραδιάζει, ο τίμιος χοιροβοσκός νοιάζεται για το δείπνο ­ η φιλοξενία είναι η τιμή του. Και κάνει ό,τι μπορεί, για να περιποιηθεί τον Οδυσσέα, που αδυνατεί, μες στα κουρέλια του, να τον αναγνωρίσει. Ακούστε: Είπε, κι αμέσως με τη ζώνη του μάζεψε τον χιτώνα, / έτρεξε στα μαντριά, όπου ασφαλίζονται οι χοίροι, / επήρε δυο, έφερε δυο, τους σφάζει, τους καψάλισε, / τους λιάνισε, τους πέρασε στις σούβλες. / Κι όταν το κρέας ψήθηκε καλά, το 'φερε και το απίθωσε / στον Οδυσσέα μπροστά, έτσι ζεστό, στους οβελούς του περασμένο. / Το πασπαλίζει με κριθάλευρο, ύστερα κέρασε κρασί, γλυκό σα μέλι, / σε γαβάθα ξύλινη, κάθισε αντίκρυ του, / και τον προσκάλεσε μ' αυτά τα λόγια. Η πρόσκληση κρατεί κάμποσους στίχους, όπου ο Εύμαιος στιγματίζει τους μνηστήρες για τη λαίμαργη αλαζονεία τους, την ασωτεία τους με ξένα πλούτη, που ήσαν πολλά: βόδια, γίδια, πρόβατα, χοίροι· πέρα στην αντικρινή, σκούρα, στεριά και πάνω στην Ιθάκη, ως τις εσχατιές της. Μετά: Είπε και προσηλώθηκε τρώγοντας κρέας, πίνοντας μονορούφι / το κρασί του, αμίλητος· ο νους του γύριζε στο πώς θα βλάψει τους μνηστήρες. / Οταν απόφαγε και πια στυλώθηκε με το φαΐ η ψυχή του, / γέμισε και του πρόσφερε την κούπα, την ίδια που έπινε κι αυτός, / ξέχειλη στο κρασί· την υποδέχτηκε εκείνος με χαρά, / κι όπως επήγε να μιλήσει, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά. Η συνομιλία ξενιστή και ξένου προχωρεί, κι ο λόγος περιστρέφεται γύρω από τον Οδυσσέα, που ο Εύμαιος αρνείται να τον πει με το όνομά του, όσο του λείπει. Ακούστε: «Τα κόκκαλα όμως εκείνου κιόλας τα γύμνωσαν οι σκύλοι / τις σάρκες του τις έφαγαν τα γρήγορα όρνια ­ / τον άφησε άπνοο η ψυχή του. / Μπορεί στη θάλασσα τα ψάρια να τον έχουνε λιανίσει, / τα οστά του πια να βρίσκονται σ' ένα γυαλό, χωμένα σε βαθιά αμμουδιά. / Ετσι κι αλλιώς, εκείνος πήγε του χαμού, κι άφησε πίσω στους δικούς του / πένθιμη λύπη ­ σ' όλους, σ' εμένα μεγαλύτερη. / Γιατί το ξέρω, δεν θα βρω κύρη γλυκύτερο όσο ζω, / όπου κι αν πάω, ας ήταν να γυρίσω στου πατέρα και της μάνας μου / το σπίτι, όπου γεννήθηκα κι αντίκρισα το φως, πλάι / σ' εκείνους που μ' ανάστησαν. / Κι ωστόσο δεν οδύρομαι τόσο γι' αυτούς, μ' όλο που λαχταρούν / τα μάτια να τους δουν, μόλις πατήσω της πατρίδας μου το χώμα, / όσο με καίει του Οδυσσέα ο πόθος, αφότου έφυγε και πάει. / Εκείνον, ξένε, που μου λείπει, ντρέπομαι να προφέρω το όνομά του ­ / τόσο μ' αγάπησε, τόσο καημό είχε μέσα του για μένα· / γι' αυτό τον λέω αγαπημένο, όσο θα τον φαντάζομαι στα ξένα». Απόλογος Αντιστρέφοντας κάπως την αθώα αισιοδοξία του παιδικού άσματος («πάει ο παλιός ο χρόνος» κτλ.), θα μπορούσαν οι βαρεμένοι από τα χρόνια να ομολογήσουν τη δυσφορία τους, αφού από χρόνο σε χρόνο η ζωή τους λιγοστεύει. Υπάρχουν όμως και χειρότερα· ας μην είμαστε αχάριστοι. Καθώς λοιπόν το '96 βρίσκεται πια σε πλήρη εξάντληση, επιτρέπει κάθε λογής απολόγους: μακροσκοπικούς (ενόψει και της επερχόμενης χιλιετίας, που οι περισσότεροι την αισθάνονται ως απειλή)· αλλά και μικροσκοπικούς (που προκύπτουν μέσα από τον κλοιό της ιδιωτικής μας ζωής, μπορεί και της ιδιωτείας μας). Προκρίνοντας, για προσωπικούς λόγους, μάλλον τη δεύτερη απολογιστική μέθοδο, θα δοκιμάσω να μιλήσω ως φιλόλογος βιβλιόφιλος: όχι για να συστήσω, όπως επιβάλλει ο δημοσιογραφικός κανόνας των ημερών, κάποια βιβλία· αλλά για να προτείνω αντιστάσεις στον βιβλιακό πληθωρισμό που κοντεύει να μας πνίξει. Περί αυτού πρόκειται, και ζητώ εκ προοιμίου συγγνώμη για τη διαστροφή. 1. Υπάρχουν και κυκλοφορούν βιβλία (όχι μόνον λογοτεχνικά) που βγαίνουν κατά κάποιον τρόπο από το περίσσευμα των συγγραφέων τους· και άλλα που αναλογούν στο υστέρημά τους. Τα πρώτα εξ ορισμού περισσεύουν και πολλαπλώς διαφημίζονται· τα δεύτερα παραμένουν στο ημίφως της δημοσιότητας, όταν δεν τα τρώει το μαύρο σκοτάδι. Προτείνω σ' αυτά τα τελευταία να στραφεί η αναγνωστική και αγοραστική προσοχή μας. Δεν σκοπεύω να αναφέρω τίτλους και παραδείγματα. Αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή για την προτεινόμενη διάκριση, μήτε και για τις δύο επόμενες· καθένας αποφασίζει μόνος του, με δική του ευθύνη ­ και αναλόγως αμείβεται ή ζημιώνει. 2. Δύσκολα μπορούν να μοιραστούν τα τρέχοντα βιβλία σε καλά, μέτρια και κακά. Δυστυχώς και η ελάχιστη βιβλιοκριτική στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο δεν βοηθεί σ' ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα. Αναπληρώνοντας λοιπόν το κενό, ο βιβλιόφιλος αναγνώστης μπορεί, αν θέλει, να χρησιμοποιήσει δικό του προσωπικό μέτρο: βασισμένος στις πραγματικές βιογλωσσικές του εμπειρίες, να σταματήσει σ' εκείνα τα βιβλία που τα αισθάνεται αναγκαία· απορρίπτοντας όσα δεν έχουν να προσθέσουν τίποτε στη βιβλιοφιλική του αγωνία ή να αφαιρέσουν κάτι από τον βιβλιοφαγικό του εφησυχασμό. 3. Τρίτη και τελευταία διάκριση: από τα βιβλία που διάλεξα ή έτυχε να διαβάσω τη χρονιά που πέρασε, τα πιο πολλά μού φάνηκαν εξαρχής φιλάρεσκα. Δεν εννοώ βεβαίως τον μετρημένο και τραυματικό ναρκισσισμό, που αποτελεί, καθώς πιστεύουν οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, προϋπόθεση για τη γραφή της. Αναφέρομαι σ' ένα είδος επιδειξιακής φιλαρέσκειας, που αποπνέουν πάμπολλα, πεζά και ποιητικά, κείμενα του καιρού μας, στην οποία εύκολα ενδίδουν οι περισσότεροι νέοι γραφιάδες μας, ακολουθώντας το παράδειγμα των εμπορεύσιμων συγγραφέων της προηγούμενης γενιάς. Δεν λέω· κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει από την αυθόρμητη φιλαυτία του ­ γράφει, δεν γράφει. Καλό όμως είναι να σκεφτόμαστε ότι υπάρχει και το αντίδοτό της, η αποφασισμένη φιλανθρωπία. Προφανώς δεν χρησιμοποιώ τον όρο με το θρησκευτικό ή το ηθικολογικό του νόημα. Ας πούμε ότι ζωή και λογοτεχνία τρέφονται με τον διάλογο του εγώ μας με τον άλλο: σ' αυτόν τον διάμεσο χώρο καθαρίζει κάπως ο αέρας από την ασφυκτική μιζέρια, και μπορούμε να αναπνεύσουμε· γιατί από φίλαυτους μονολόγους χορτάσαμε. Και για να μην παρεξηγηθώ: η πρότασή μου αυτή, όπως και οι δύο προηγούμενες, δεν είναι μόνον διακριτική αλλά και αυτοκριτική. Καλή χρονιά! Ενόψει Ερχονται Χριστούγεννα και κανείς δεν ξέρει πόσο μαύρα θα είναι, αν οι αγρότες επιμείνουν στα μπλόκα τους. Τα έζησα κι εγώ εξ επαφής σε νότο και βορρά: ανέβα - κατέβα από το ένα λεωφορείο στο άλλο, και περνώντας υπό βροχή με σακίδιο στο χέρι την μπλοκαρισμένη ζώνη (Πάτρα - Αίγιο - Αθήνα)· σημειωτόν αυτοκίνητη επιστροφή, διαρκείας μιάμισης ώρας (αεροδρόμιο - Θέρμη - Θεσσαλονίκη). Μικροπράγματα θα πείτε, και έτσι είναι, μπροστά στα όσα τράβηξαν και τραβούν άλλοι, που βγάζουν το ψωμί τους με την καθημερινή διακίνηση ­ και δεν εννοώ μόνο και τόσο τους νταλικέρηδες. Μ' αυτά και μ' αυτά, μπορεί να γραφούμε και στο βιβλίο Γκίνες ως ο πιο υπομονετικός λαός της γης. Το λέω αυτό, επειδή, είκοσι μέρες τώρα, αφηνόμαστε στη συγκοινωνιακή ασφυξία σχεδόν αδιαμαρτύρητα, αν εξαιρεθούν τα ελάχιστα (τηλεοπτικά κυρίως επεισόδια). Προφανώς από αυτόματη συμπάθεια προς την ιστορική και φτωχή αγροτιά. Μένουν, παρά ταύτα, ακόμη αναπάντητες κάποιες βασικές απορίες που προκαλούν την κοινή λογική. Δανείζομαι τις κυριότερες από «Το Βήμα» της περασμένης Κυριακής: Είναι αλήθεια ή όχι ότι, χρόνια τώρα, οι επιδοτήσεις της Κομισσιόν, προορισμένες για αναδιάρθρωση της αγροτικής καλλιέργειας και παραγωγής, έγιναν αστικά διαμερίσματα και πολυτελή αυτοκίνητα; Είναι αλήθεια ή όχι ότι ζητούν διαγραφή των φορολογικών τους χρεών απαξάπαντες οι εμφανιζόμενοι ως αγρότες, ακόμη και οι, ελάχιστοι, εναπομείναντες τσιφλικάδες; Είναι αλήθεια ή όχι ότι οι περισσότεροι αγρότες αρνήθηκαν να υποβάλουν πιστοποιητικά της ζημίας που προκάλεσαν στο βαμβάκι τους οι φετινές πλημμύρες, επειδή τελικώς η παραγωγή τους, και μετά τον υπολογισμό της ζημίας, υπερβαίνει κάποιο εντεταλμένο και απαγορευτικό πλαφόν; Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι να ξεσηκωθεί η κοινή γνώμη (ποια κοινή γνώμη;) εναντίον των αγροτών, που ορισμένοι ανάμεσά τους σίγουρα ζουν σε πλήρες, παραγωγικό και οικονομικό, αδιέξοδο ­ σ' αυτών την πλάτη παίζεται το εκβιαστικό παιχνίδι. Από την άλλη μεριά, έχει και η υπομονή τα όριά της, που, αν σπάσουν, ξαφνικά ενδέχεται να προκύψουν, παραμονές ή και ανήμερα Χριστουγέννων, άλλου είδους ανυπολόγιστες και μη ελεγχόμενες πια ταραχές. Θα πείτε: φταίει η αγροτιά που έρχονται Χριστούγεννα; Μήπως η πιο ευφάνταστη λύση του προβλήματος θα ήταν να διαγραφούν τη χρονιά αυτή οι γιορτές, σάμπως να αναλογούσαν στα απλήρωτα φορολογικά χρέη μας; Μήτε αργίες, λοιπόν, μήτε γαλοπούλες, μήτε μελομακάρονα, μήτε καμπάνες στις εκκλησιές, μήτε καμπανάκια στις βιτρίνες. Ετσι κι αλλιώς τα τελευταία χρόνια πάει να γίνει το χριστουγεννιάτικο και πρωτοχρονιάτικο πανηγύρι οικονομικός εφιάλτης, για όσους τουλάχιστον είναι πράγματι πένητες, στις πόλεις και την ύπαιθρο, αλλά δεν είχαν ως τώρα την έμπνευση να μπλοκάρουν τους εθνικούς δρόμους, για να φωνάξουν: στοπ στις πολυέξοδες, και συνήθως πληκτικές, γιορτές. Αστειεύομαι; Μπορεί και όχι. Αν και με Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές μεγαλώσαμε. Και, όπως δείχνουν τα πράγματα, με Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές θα γεράσουμε και θα πεθάνουμε· ψάχνοντας ένα άλλο νόημα στη ζωή μας, που της λείπει από την μίζερη καθημερινότητά της. Στο κάτω κάτω μας βασανίζει ακόμη και κάποια θρησκευτική ευαισθησία, που τα αγροτικά μπλόκα πάνε να την αντιστρέψουν σε αγανάκτηση. Παρά ταύτα: Καλά Χριστούγεννα! Υ.Γ. Εφεξής θα υπογράφομαι «ομότιμος καθηγητής», αφού έτσι έχουν εξελιχθεί τα πράγματα. Και τώρα μη ρωτάτε τι ακριβέστερα σημαίνει «ομότιμος», σε διάκριση μάλιστα προς το αμήχανο «τέως» και στο ασημασιολόγητο «συνταξιούχος». ΓΛΩΣΣΑΝ ΝΩΜΑΝ Αυτά δεν είναι για μας, καθώς έλεγε και ο φίλτερος φίλος της παρέας. Παρά ταύτα τον τελευταίο καιρό πάμε «από χωρίου εις χωρίον» (για να θυμηθούμε και το δεκεμβριανό πραξικόπημα του πρώην), και από συνέδριο σε συνέδριο. Ετσι βρεθήκαμε για πέντε μέρες στην αιώνια πόλη ­ ηλιόλουστη το πρώτο τετραήμερο, κατακλυσμικώς βροχερή την άλλη μέρα, έτσι κι αλλιώς πανέμορφη. Αλλά η Ρώμη δεν μιλιέται· βλέπεται. Υστερα μάλιστα από είκοσι χρόνια· και τώρα περπατώντας ώρες ατέλειωτες, με συνοδό που ξέρει την πόλη φύλλο και φτερό. Αφορμή για την έξοδο από την μπλοκαρισμένη αγροτική μας χώρα: η Διεθνής Εκθεση Γλωσσών (Εxpolingua στα ιταλικά), όπου συμμετείχε και το δικό μας Υπουργείο Παιδείας με τη δραστική παρουσία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Πρέπει να ομολογήσω πως τη φορά αυτή το περίπτερό μας ήταν, συγκριτικώς τουλάχιστον, το καλύτερο· ασύγκριτο, είχε βέβαια τα κενά του ή και τα άσχημά του. Η υπεροχή μας φάνηκε πάντως τόσο στη διαγλωσσική συζήτηση του Σαββάτου όσο και στις δύο, διαδοχικές και ιταλοελληνικές, συνεδρίες της Κυριακής. Στην πρώτη συζητήθηκε το επίμαχο θέμα της ευρωπαϊκής πολυγλωσσίας από τους: Renzo Τitone (Ρώμη και Τορόντο), Jean - Ρierre van Deth (πρόεδρο της Εxpolangues των Παρισίων) και Τάσο Χρηστίδη (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας). Οπτιμιστής ο πρώτος, θυμήθηκε τον Ερασμο και μίλησε συνδυάζοντας στην εισήγησή του λατινικά, ιταλικά και αγγλικά! Επιφυλακτικός ο δεύτερος, μοίρασε πιο νηφάλια τα καλά και τα κακά της πολυγλωσσικής σκακιέρας, διακρίνοντας την εντεταλμένη γλωσσομάθεια από την προαιρετική, εις όφελος μάλιστα των ασθενέστερων γλωσσών. Ο Χρηστίδης πήγε ένα βήμα παραπέρα και, δίχως να αμφισβητεί την ωφέλεια της ευρωπαϊκής πολυγλωσσίας, έδειξε τις πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές της καταβολές, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο της εμπορευματοποίησής της από τους ισχυρούς της ηπείρου μας και της Αμερικής. Οι συνεδρίες της Κυριακής συγκέντρωσαν επιφανείς νεοελληνιστές της Ιταλίας, με πλούσιο και αποδεδειγμένο (συγγραφικό, διδακτικό, μεταφραστικό και εκδοτικό) έργο: Μario Vitti (Viterbo), Αλκηστις Πρωΐου (Ρώμη), Κωνσταντίνος Νίκας (Νάπολη), Renata Lavagnini (Παλέρμο), Lucia Μarcheselli (Τεργέστη και Βενετία), Αμαλία Κολόνια (Ρώμη), Ρaola Μinucci (Ρώμη), Caterina Carpinato (Κατάνη), Νicola Crocetti (Μιλάνο) ­ τα ονόματα έχουν τη σημασία τους. Στην πρώτη συνεδρία ζητούμενο ήταν οι αμοιβαίες ελληνοϊταλικές λογοτεχνικές ανταλλαγές. Ο Νάσος Βαγενάς επισκόπησε το πανόραμα· αμέσως μετά το θέμα εξειδικεύτηκε στα γραμματολογικά του κεφάλαια, αρχίζοντας από τη Φραγκοκρατία και φτάνοντας στις μέρες μας. Σ' αυτό το πλαίσιο συζητήθηκαν και γενικότερα προβλήματα: αν λ.χ. η νεοελληνική λογοτεχνία διδάσκεται στα ιταλικά πανεπιστήμια μόνο στο πρωτότυπο ή και από δόκιμες μεταφράσεις· πόσο και πώς υποδέχεται σήμερα το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό τα νεοελληνικά μας γράμματα· ποια η τύχη νεοελλήνων συγγραφέων (ποιητών και πεζογράφων) που δεν τους κατοχύρωσαν διεθνή βραβεία. Η δεύτερη συνεδρία είχε πρακτικότερο σκοπό, επιμένοντας στη διδασκαλία της νεοελληνικής ως ξένης γλώσσας στην Ιταλία. Το ενδιαφέρον της συζήτησης επικεντρώθηκε κυρίως στα επόμενα ζητήματα: πόσο πυκνό είναι το δίχτυο της νεοελληνικής γλωσσομάθειας στην Ιταλία, μέσα στον και γύρω από τον ακαδημαϊκό χώρο· αν η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας προσηλώνεται μόνο στα λογοτεχνικά κείμενα ή εξυπηρετεί γενικότερους επικοινωνιακούς σκοπούς· σε ποιο βαθμό η νοσταλγία της ελληνικής αρχαιότητας επισκιάζει, για διδάσκοντες και διδασκομένους, το νεοελληνικό γλωσσικό και γραμματολογικό τοπίο. Σε κάποια σημεία της συζήτησης, όπως εξάλλου ήταν προσδοκώμενο, άναψαν κάπως τα αίματα, αλλά οι ενδιάμεσες διαφωνίες στο τέλος συμφιλιώθηκαν. Σε τούτο συνετέλεσε και μια καλή ιδέα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας: επιδόθηκαν σε όλους τους ιταλούς νεοελληνιστές, που συνέβαλαν σ' αυτήν την ωφέλιμη εκδήλωση, διπλώματα τιμής υπογεγραμμένα από τον Υπουργό Παιδείας κ. Γεράσιμο Αρσένη και τον Υπουργό Πολιτισμού κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Με τέτοια εύφορη σοδειά πέσαμε ξανά στα δικά μας μπλόκα, και ανωμάλως προσγειωθήκαμε. Η ιδεολογία της δημοτικής Το συνέδριο για την ελληνική γλώσσα (ακριβέστερα για τις μεταπολιτευτικές τύχες της νεοελληνικής) έληξε αισίως το απόγευμα της περασμένης Κυριακής. Με βαρύ ωστόσο ουρανό στην Αθήνα, κατακλυσμό στην Ξάνθη και την κοινή γνώμη προσηλωμένη: στον υπό ψήφιση λιτοδίαιτο προϋπολογισμό· στη μεροληπτική, κατά το «Βήμα», κατάργηση φοροαπαλλαγών· στην οδική αγανάκτηση των αγροτών, οι οποίοι διαμαρτυρόμενοι έκοψαν ακόμη μια φορά την Ελλάδα στα δύο. Με τέτοιες συγκυρίες δεν είναι περίεργο που υποτυπωδώς μόνον απασχόλησε το συνέδριο την τηλεόραση και μερικώς τον κυριακάτικο Τύπο, μολονότι η «Καθημερινή» αφιέρωσε μιαν ολόκληρη σελίδα στη μυθολογία πολυτονικού - μονοτονικού. Παρά ταύτα η αχανής aula της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών ήταν για τρεις ημέρες κατάμεστη, κυρίως από φοιτητές. Η αυθόρμητη, κατά το πλείστον, προσέλευση της σπουδάζουσας νεολαίας υπήρξε, κατά γενική ομολογία, και το πιο ευοίωνο σημάδι της ποσοτικής επιτυχίας του συνεδρίου. Η ποιοτική του επιτυχία, όπως ήταν εξάλλου προσδοκώμενο, κάμποσες φορές δοκιμάστηκε, αλλά τελικώς δεν κατέρρευσε. Η δικαιοσύνη πάντως επιβάλλει να προσγραφούν στις αρετές του συνεδρίου τόσο η υπολογισμένη του πολυφωνία όσο και η καλή του οργάνωση. Τα υπόλοιπα, για να μετρηθούν και να εκτιμηθούν νηφαλιότερα, χρειάζονται κάποια απόσταση χρόνου. Προς το παρόν θα επιμείνω σε ένα γενικότερο θέμα, το οποίο περιέβαλε το συνέδριο και αφορούσε στους τίτλους του και στα ιδεολογικά τους συμφραζόμενα. Εννοείται η τριπλή φορολογία της ωφέλιμης συνεδριακής αυτής πρωτοβουλίας: ελληνική γλώσσα, στον υπότιτλο· νεοελληνική, στον αναλυτικό τίτλο· δημοτική, σε παρένθεση. Αφήνοντας ασχολίαστη την απότομη κλιμάκωση από την ελληνική γλώσσα στη νεοελληνική (όπου λανθάνει η γνωστή ιδεολογία της αδιάσπαστης ενότητας), επιμένω στην παρένθετη υποτίμηση της δημοτικής. Ο λόγος της παρένθεσης αναγνωρίζεται μάλλον στην υποκείμενη εκτίμηση ότι ο όρος «δημοτική» παραείναι ιδεολογικά φορτισμένος από εκπαιδευτική, πολιτική και πολιτιστική άποψη. Ενώ ο όρος «νεοελληνική» επιβεβαιώνει, υποτίθεται, την κατακτημένη σε τούτο το κεφάλαιο ιδεολογική ουδετερότητα, ή και απελευθέρωση, του γλωσσικού ζητήματος, όπως επιμόνως υποστήριξαν ορισμένοι σύνεδροι. Πόσο όμως δεν αληθεύει η υπόθεση της ιδεολογικής αποφόρτισης στην προκειμένη περίπτωση, φάνηκε στις έντονες διχογνωμίες που προέκυψαν μεταξύ «δημοτικιστών» και «νεοελληνιστών», όταν οι συζητήσεις έφταναν σε κρίσιμα κεφάλαια γλωσσικής αγωγής εντός και εκτός του εκπαιδευτικού χώρου. Αξίζει να προσθέσω ακόμη ότι με την παρένθεση της δημοτικής (λέξης ομόρριζης προς τον δήμο και τη δημοκρατία) κινδυνεύει να επισκιαστεί η όλη ιστορία του δημοτικιστικού κινήματος. Συμπεραίνω: ο όρος «δημοτική» δεν σημαίνει σήμερα, όπως θέλουν μερικοί, γλωσσική αδράνεια ή και δημοτικιστική καθαρολογία· αποτελεί μάλλον σήμα μνήμης για το παρελθόν και ουσιαστικής διαφοράς για το παρόν και το μέλλον. Τουλάχιστον σε όσους πιστεύουν ότι, και μετά τη γλωσσική μεταρρύθμιση Ράλλη, αντικρίζονται ακόμη γύρω από τη γλώσσα (ελληνική, νεοελληνική, δημοτική) αποκλίνουσες ή και ασύμπτωτες ιδεολογικές προτιμήσεις. Περι γλώσσας Ενόψει του συνεδρίου για την ελληνική γλώσσα (θέμα του: «1976-1996: Είκοσι χρόνια από την καθιέρωση της Νεοελληνικής (Δημοτικής) ως επίσημης γλώσσας»), που άρχισε προχθές και περατώνεται σήμερα, οργανωμένο από τον Τομέα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη «Γλωσσική Εταιρεία Αθηνών», ξαναθυμίζω τα αυτονόητα και τα στοιχειώδη, τα οποία συνήθως, σκοπίμως ή ασκόπως, αγνοούνται ή παραμορφώνονται. 1 Το γλωσσικό μας πρόβλημα είναι περίπλοκο και έχει πίσω του ιστορία είκοσι αιώνων, αν υπολογίσουμε ως αρχή του τον Αττικισμό στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια. Η περιπλοκή εφεξής γίνεται μεγαλύτερη με τους αρχαΐζοντες λόγιους του Βυζαντίου, κληροδοτείται στους συντηρητικούς ελλαδικούς, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, και εξελίσσεται σε διαμάχη (γλωσσική, ιδεολογική και πολιτική) στα προεπαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια, φτάνοντας λίγο πολύ έως τις μέρες μας. 2Το όλο ζήτημα, διατυπωμένο με απλοϊκά λόγια, αφορά στη διαφωνία αν θα ισχύσει ως γλωσσικό πρότυπο της νεοελληνικής κοινωνίας η αρχαία ελληνική γλώσσα, ή θα υπερισχύσει η ομιλούμενη δημοτική. Σ' αυτή την αντίθεση παρεμβαίνει και το φάντασμα της καθαρεύουσας ως λαθραίος συμβιβασμός μεταξύ των δύο άκρων. Αυτό το ιδίωμα αποτέλεσε την επίσημη γλώσσα του Ελληνικού Κράτους μέχρι τα χρόνια της πρόσφατης μεταπολίτευσης· συγκεκριμένα έως το 1976, οπότε, με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Παιδείας κ. Γεωργίου Ράλλη, η δημοτική αντικαθιστά την καθαρεύουσα, πρώτα στην εκπαιδευτική και, αμέσως μετά, στην κρατική μηχανή. 3 Παρά ταύτα το πρόβλημα δεν λύθηκε οριστικά για πολλούς, προφανείς και λανθάνοντες, λόγους, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι οι εξής: α) Η χρήση της δημοτικής στην κρατική γραφειοκρατία αποδείχτηκε όντως προβληματική, καθώς στην πραγματικότητα μεταφράζονταν επί λέξει οι καθιερωμένες φόρμουλες της καθαρεύουσας. β) Η εντεταλμένη περιθωριοποίηση της καθαρεύουσας προκάλεσε σε κάποιους διανοουμένους και συγγραφείς (ακόμη και της Αριστεράς) ένα είδος νοσταλγίας: η καθαρεύουσα αντιμετωπίστηκε ως κυνηγημένη γλώσσα. γ) Η απόφαση της Πολιτείας να διδάσκεται εφεξής η αρχαία ελληνική γραμματεία στο Γυμνάσιο από μετάφραση, σκανδάλισε τους αρχαιολατρικούς, οι οποίοι ανανέωσαν το παλαιό ιδεολόγημα για τη δήθεν εκφραστική ανεπάρκεια της δημοτικής, διαδηλώνοντας την πενία της και την ανάγκη επανατροφοδότησής της από τον θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. δ) Οι παραδοσιακές τριβές με την Τουρκία και η πρόσφατη σχετικώς διαφωνία με τα Σκόπια ευνόησαν την προσήλωση στην ελληνική αρχαιότητα και ενίσχυσαν το ιδεολόγημα της αδιάκοπης ενότητας του ελληνισμού και της ελληνικής γλώσσας, η οποία διαφημίστηκε ως θεμέλιος λίθος των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών. 4 Με τους όρους αυτούς δημιουργήθηκαν, και ισχύουν και σήμερα, δύο αντίπαλες τάσεις. Θα δανειστώ στο σημείο αυτό την ορολογία τού, φίλου και συναδέλφου (ως γλωσσολόγου αρμοδιότερου από μένα), Τάσου - Φοίβου Χρηστίδη: η μία τάση εμφανίζεται ως εθνοκεντρική και, παθολογικότερα, ως εθνικιστική ή και ρατσιστική· η άλλη, ως ξώπετσα κοσμοπολίτικη. Φιλοορθόδοξη και ανατολίζουσα η πρώτη· φιλοδυτική και καταναλωτική η δεύτερη. Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, είναι πράγματι δύσκολο να διατυπωθεί σήμερα μια νηφάλια θέση για το γλωσσικό μας ζήτημα, η οποία να ελέγχει και τα δύο ακραία ιδεολογήματα. Περί αυτού όμως την άλλη Κυριακή. Φιέστες Ολόγος για το 37ο Φεστιβάλ Ελληνικού και Διεθνούς Κινηματογράφου, που πανηγύρισε και φέτος, για πολλοστή φορά, η Θεσσαλονίκη· όπου, κατά το ειωθός, την τελευταία μέρα «καίγεται το πελεκούδι». Οσο για μένα, παρακολούθησα το φετινό κινηματογραφικό πανηγύρι, εκών άκων, εξ αποστάσεως. Εκτός των άλλων, και επειδή δεν έφτασε (κατ' εξαίρεση πρέπει να πω) τη χρονιά αυτή καμιά πρόσκληση στα χέρια μου. Ισως γιατί οι αρμόδιοι έκριναν ανάρμοστη την περσινή μου δημόσια συμπεριφορά ως μέλους της κριτικής επιτροπής του διαγωνιστικού ελληνικού τμήματος. Παρά ταύτα η σινεφιλική μου λαιμαργία δεν μ' άφησε και εντελώς απληροφόρητο· διάβαζα καθημερινά κριτικές και ανταποκρίσεις στον Τύπο, κι έριχνα λοξή ματιά στην τηλεόραση, για να πάρω τη δόση μου. Η καλύτερη ευκαιρία προέκυψε το περασμένο Σάββατο (16 Νοεμβρίου), με το μονόστηλο της Βίκυς Χαρισοπούλου στα «Νέα», υπό τον τίτλο: «Φεστιβάλ ζητεί ταυτότητα». Σε τούτο το κείμενο οφείλονται κατά κύριο λόγο οι επόμενες αντιδράσεις· γραμμένο από Αλεξανδρινό για Αλεξανδρινούς, όπως έλεγε ο ποιητής ­ και ο νοών νοείτω. Η Χαρισοπούλου αρχίζει με το αισιόδοξο μήνυμα του υπουργού Πολιτισμού πως το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης παραμένει, παρά τις υποβολιμαίες διαδόσεις και κομπίνες, στη συμπρωτεύουσα ­ οριστικά και πλήρως εδραιωμένο. Ευφρόσυνη ασφαλώς διαβεβαίωση προς Θεσσαλονικείς, που κάθε χρόνο αγωνιούν πως θα τους φύγει το πουλί από το χέρι, αποδημώντας στην υδροκέφαλη, και πολιτιστικά, Αθήνα. Εντούτοις η ευφροσύνη της υπουργικής διαβεβαίωσης μετριάζεται από το γεγονός πως παραμένουν ακόμη αδιασάφητες κάποιες κρίσιμες λεπτομέρειες. Λ.χ.: πρόκειται πράγματι να μετακινηθεί όλη η φεστιβαλική μηχανή από την πρωτεύουσα στη συμπρωτεύουσα; με τα ίδια ή άλλα πρόσωπα; θα έχουν εφεξής λόγο και ντόπιοι παράγοντες, όπως το πράγμα είχε ξεκινήσει με τον αλησμόνητο, εισηγητή και πρώτο διευθυντή του Φεστιβάλ, Παύλο Ζάννα; Και τι θα γίνει με το, εξ ορισμού αμαρτωλό, θεσμικό καθεστώς της όλης επιχείρησης; πόσο θα αλλάξει και σε τι θα αλλάξει; Γιατί οι φήμες ότι θα καταργηθεί το διαγωνιστικό τμήμα του ελληνικού φεστιβάλ, που θα εξελιχθεί σε «πανόραμα» του ελληνικού κινηματογράφου, ακούγονται κάπως παράξενα. Τι πάει να πει «πανόραμα»; θα παίζονται όλα τα έργα που χρηματοδοτεί το Κέντρο Ελληνικού Κινηματογράφου, αφού έχει εγκρίνει προηγουμένως τα σενάριά τους; ή όλως διόλου οι πόρτες ανοιχτές και μπάτε σκύλοι αλέστε; Και πώς το ελληνικό «πανόραμα» θα συνδυαστεί με το διεθνές φεστιβάλ; θα βρεθεί στο περιθώριό του, ως ένα επιπλέον αφιέρωμα; Αυτές και άλλες, βάσιμες, απορίες κυκλοφόρησαν, και κυκλοφορούν ακόμη, στην «μπαγιάτικη» Θεσσαλονίκη, που εξακολουθεί ωστόσο να διαφημίζεται για τα ερωτικά και γαστριμαργικά της θέλγητρα. Στην ίδια κατεύθυνση δείχνουν και οι συμπερασματικές απορίες της Χαρισοπούλου. Τις αντιγράφω: «Είναι ο κινηματογράφος που θέλουμε σ' αυτήν την πόλη, η οποία αγωνιά να προβληθεί ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης; ή απλώς φιλοδοξούμε να αποδειχθούμε καλοί έμποροι του πολιτισμού, ξενοδόχοι, διασκεδαστές και ταβερνιάρηδες των άλλων; Το θέλουμε το φεστιβάλ ελληνικό και πώς; διεθνές και πόσο; Γιατί όχι βαλκανικό, σε μια πόλη που βρίσκεται πολύ πιο κοντά... στα Βαλκάνια απ' ό,τι στην Ταϊβάν;». Η ακροτελεύτια φιλοβαλκανική πρόκριση μπορεί ίσως να κριθεί από κάποιους δείκτης επαρχιακής μιζέριας ή και έπαρσης. Αξίζει όμως, κατά τη γνώμη μου, να ληφθεί σοβαρώς υπόψη· αν μάλιστα οι υπεύθυνοι της πολιτιστικής πρωτεύουσας του '97 έχουν αποφασίσει να αποδεχτούν πρόταση που ζητούσε να προβληθεί ως λογότυπος των πολιτιστικών εκδηλώσεων η φράση: Θεσσαλονίκη των Βαλκανίων. Οχι ακριβώς όπως το ήθελε ο Σαββόπουλος με την πασίγνωστη πρόκλησή του, τραγουδώντας: «Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε - γέλασε». Πρόσθετα Μέρα που είναι, θα έπρεπε αλλού να στρέψω την προσοχή μου, μιλώντας μάλλον για το πώς συχνά στον τόπο μας γίνεται κονσερβοκούτι και ο ηρωισμός. Η ευτελής αυτή παραμόρφωση συμβολίζει πια όλες τις έμπρακτες ιδέες, αλλά και τις άπρακτες ρητορείες, που τσουβαλιάστηκαν στο ίδιο σακί, με την απωθητική επιγραφή «αντίσταση - αντιστασιακοί». Αποτέλεσμα: κανείς δεν μας θυμάται πια. Δικαιοσύνη, όπως έγραψε ο ποιητής. Μας έμεινε βέβαια η σύνταξη, με τις διάφορες και κάποτε δυσεξήγητες σημασίες που συμμάζεψε η λέξη αυτή στο νεοελληνικό λεξιλόγιο. Ανάμεσά τους εξέχει η δημοσιογραφική εμπλοκή, από την οποία δύσκολα ξεμπλέκουν ακόμη και οι ερασιτέχνες. Οσο και αν φωνάζουν τον τελευταίο καιρό οι αναμάρτητες γλώσσες ότι, μικροί - μεγάλοι, γίναμε ψυχογιοί του Ψυχάρη! Απότομη λοιπόν στροφή, για να αποφύγουμε κι αυτό το βόλι. Ελεγα τις προάλλες (με αφορμή το κρητικό συμπόσιο περί των ορίων της αρχαίας κληρονομιάς) ότι μπορεί ο αρχαίος κόσμος να μην υπήρξε εμπρόθετα κληροδοτικός, άφησε όμως πίσω του μιαν ανοιχτή διαθήκη, για την οποία ερίζουν πολλοί κληρονόμοι ­ ανάμεσά τους, με επίμονο φανατισμό, κι εμείς οι νεοέλληνες. Σ' αυτήν την εύλογη αξίωση και στις αντιφατικές της συνέπειες αφιερώθηκε το κρητικό συμπόσιο, ερευνώντας τη «διαχείριση της αρχαιότητας από τον νεότερο ελληνισμό». Μιας και υποσχέθηκα την περασμένη Κυριακή να συμπληρώσω τις γενικές αρετές του συμποσίου με τις ειδικότερες, οφείλω να συνεχίσωΩ ομολογώντας όμως ότι τέτοιας λογής υποσχέσεις καταλήγουν κάποτε άβολες, γιατί μέσα σε μια δημοσιογραφική εβδομάδα το ενδιαφέρον μπορεί να εξατμιστεί. Πρώτη, λοιπόν, ειδική αρετή του κρητικού συμποσίου: η συνοργάνωσή του τόσο από τις θετικές σχολές του Ηρακλείου όσο και από τη φιλοσοφική σχολή του ΡεθύμνουΩ επιπλέον συνέβαλαν το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας. Αμποτε να φτουρήσει και στο μέλλον η διεπιστημονική αυτή σύμπραξη. Δεύτερη αρετή: η πλαισίωση των συνεδριών, που κράτησαν τέσσερις μέρες, με ισάριθμες διαλέξεις (η πρώτη έγινε στο Ηράκλειο, οι άλλες στο Ρέθυμνο) που, δίχως επιστημονική έκπτωση, προγραμματίστηκαν για το ευρύτερο κοινό. Σημειώνονται οι τίτλοι: Ελληνικός και βαρβαρικός κόσμος και λόγος στην αρχαιότηταΩ Η ελληνική αρχαιότητα στη νεοελληνική εκπαίδευσηΩ Πρόσληψη και χρήσεις της αρχαιότητας στον ελληνικό Διαφωτισμό και το ΕικοσιέναΩ Διεκδικήσεις συγγένειας με βλέψεις επί της κληρονομίας. Και πάμε στις οκτώ συνεδρίες, που μοιράστηκαν συστηματικά στις κρισιμότερες όψεις του προβλήματος: Η ευρωπαϊκή διαμεσολάβησηΩ Νοοτροπίες (Χριστιανισμός και Αρχαιότητα)Ω Φιλοσοφικοί προβληματισμοίΩ Η αναζήτηση συμβόλωνΩ Μέσα από το πρίσμα της λογοτεχνίαςΩ Σκηνή και οθόνηΩ Γλώσσα, εκπαίδευση, παιδείαΩ Η προβολή του παρελθόντος (ιστορία και ιδεολογία). Ευρύ λοιπόν το πεδίο έρευνας με ανάλογο βάθος. Προσθέτω ότι στην πλειοψηφία τους οι εισηγητές ήσαν νέοι επιστήμονες (οι περισσότεροι γυναίκες)Ω όλοι οι ομιλητές παρουσιάστηκαν, γραπτώς και προφορικώς, μόνο με το όνομά τους, δίχως ακαδημαϊκούς τίτλους. Ετσι η αξιολογική διαβάθμιση κρίθηκε επί της ουσίας. Και μια μεροληπτική παρατήρηση: στη συνεδρία περί λογοτεχνίας αποδείχτηκε ότι μήτε ο Χορτάτσης μήτε ο Σολωμός διάβαζαν αρχαία ελληνικά από το πρωτότυποΩ εντούτοις έλαμψαν και στερέωσαν τη νεοελληνική ποίηση. Τούτο δεν σημαίνει ασφαλώς ότι πρέπει εμείς να στρέψουμε τα νώτα στην αρχαία ελληνική γλώσσαΩ δεν χρειάζεται όμως να της στήσουμε και εικονοστάσι. Γιατί κάποτε οι εικόνες πεισματώνουνΩ και μπορεί τότε να πέσουν στο κεφάλι μας. Τα όριά μας Το πενθήμερο συμπόσιο (30/10-3/11) που οργάνωσε και έφερε σε πέρας το Πανεπιστήμιο Κρήτης με τη Φιλοσοφική του Σχολή, μόλις που ανακοινώθηκε στις εφημερίδες των Αθηνών, αλλά βεβαίως δεν επισχολιάστηκε. Ε και; Με τόσα συμπόσια και συνέδρια που γίνονται κατ' έτος στον τόπο μας (ντόπια και διεθνήΩ πρωτευουσιάνικα και επαρχιακάΩ σοβαρά, σοβαροφανή και ενίοτε ευτράπελα), τι να κάνει και ο τύπος μας; που ούτως ή άλλως έχει να καλύψει τα δικής του επιλογής πολιτιστικά μας δρώμενα, προπαντός τα θεαματικά και ακροαματικά, τα οποία έχουν αποδεδειγμένη τράβηξη. Εντούτοις το κρητικό συμπόσιο περί ου ο λόγος εντοπίστηκε σ' ένα θέμα, γύρω από το οποίο έπεσε και πέφτει τον τελευταίο καιρό πολύ μπλα-μπλα σε αυτοσχέδιες τηλεοπτικές συζητήσειςΩ όπου θεώνται, λέγονται και ακούγονται κάθε λογής δημαγωγικές προχειρότητες. Ιδού ο τίτλος και ο υπότιτλος του συμποσίου: Τα όρια της αρχαίας κληρονομιάςΩ η διαχείριση της αρχαιότητας από τον νεότερο ελληνισμό. Ηδη η έντιτλη αυτή διατύπωση προδιαθέτει για σοβαρότερη αντιμετώπιση ενός προβλήματος που ταλάνισε και ταλανίζει ακόμη τον νεοελληνικό πολιτιστικό μας βίο. Λ.χ. η λέξη «όρια», με την αυστηρή της σημασία (χώρου και και χρόνου), υπαινίσσεται ότι ενδέχεται να υπάρχει δυσαναλογία ανάμεσα σε κληροδοσία και κληρονομία, δυσαναλογία που επιβαρύνει με απλήρωτο χρέος τους κληρονόμους, αν δεν τους ενοχοποιεί και για κακοδιαχείριση. Ετσι κι αλλιώς υπάρχει και παραμένει, κατά τη γνώμη μου, ανοιχτό ένα καταστατικό σχετικό ερώτημα: κατά πόσο η ελληνική αρχαιότητα (τουλάχιστον στην αρχαϊκή και κλασική της περίοδο) χαρακτηρίζεται από κληροδοτική διάθεση; όντως συνέταξε ένα είδος κανονιστικής διαθήκης, υποχρεώνοντας τους επιγενομένους να την διαχειριστούν με κληρονομική υπακοή και ευπείθεια; Γιατί είμαι της γνώμης ότι ενδέχεται το σχήμα «κληροδοσία - κληρονομία» να αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση εφεύρημα της όψιμης ελληνιστικής εποχήςΩ η οποία, για δικούς της λόγους, θεώρησε τα έργα της κλασικής κυρίως αρχαιότητας πρότυπα παραδείγματα, τόσο από γραμματολογική όσο, και προπαντός, από γλωσσική άποψη. Στην ακραία μάλιστα εκδοχή της η εκτίμηση αυτή οδήγησε τους κληρονόμους στην υποχρεωτική πια μίμηση ­ ο Αττικισμός αποτελεί το εμφανέστερο παραμορφωτικό σύμπτωμα αυτής της ιδεολογίας. Οι προηγούμενες επιφυλάξεις (διατυπωμένες με απαράδεκτα συνοπτικό, επομένως και δογματικό, τρόπο) δεν υποβάλλονται για να υπονομεύσουν το υψηλό κύρος και την αναμφισβήτητη αξία της ελληνικής αρχαιότητας. Αμφισβητούν όμως την άποψη ότι ο συνεχώς εξελισσόμενος και ανταγωνιστικός αρχαιοελληνικός πολιτισμός είχε πράγματι κληροδοτικές προθέσεις, προκαταλαμβάνοντας το άμεσο και απώτερο μέλλον της ανθρωπότητας, όπως διατείνονται οι φανατικότεροι κληρονόμοι του. Ειδικότερα για μας τους Νεοέλληνες τίθεται ζήτημα και κληρονομικής νομιμότητας. Θα γίνω σαφέστερος: συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται ο νεότερος ελληνισμός ως εξ ορισμού μοναδικός κληρονόμος του αρχαιοελληνικού θησαυρού, και πάντως ως μονιμότερος διαχειριστής του. Η ιδεολογία όμως αυτή, που όχι σπάνια καταλήγει σε ιδεοληψία, οδήγησε και οδηγεί τους Νεοέλληνες είτε σε υπεροψία και μέθη είτε σε τραυματικού τύπου ενοχές για αναξιόπιστη διαχείριση. Το κρητικό συμπόσιο έδειξε πειστικά ότι οι δύο αυτές πιθανότητες ελέγχονται κάποτε ως βεβαιότητες στη δύσκολη πορεία του νέου ελληνισμού, εμπλέκοντας άσχημα την πολιτιστική του μοίρα. Ευτυχώς όμως υπήρξαν και φωτεινές εξαιρέσεις που ξεπέρασαν, με τόλμη και φρόνηση, το ασφυκτικό αυτό δίλημμα ­ ας πούμε: τις προκείμενες συμπληγάδες. Μπορεί βέβαια να μην κατέκτησαν έτσι οι τολμηροί και φρόνιμοι το χρυσόμαλλο δέραςΩ έφτασαν όμως σε αξιόλογο βαθμό πολιτικής και πολιτιστικής αυτογνωσίας. Σε τούτον τον δρόμο, ο αρχαίος κόσμος και λόγος τούς στάθηκε άριστος οδηγός. Θα συνεχίσω όμως την άλλη Κυριακή, επιμένοντας στα επιμέρους κεφάλαια του κρητικού συμποσίου, που υπήρξε και στα μέρη του εξίσου ωφέλιμο όσο και στο σύνολό του. Επιλογές Και οι τρεις έγιναν μέσα στο εορταστικό τετραήμερο: ένα κινηματογραφικό έργοΩ μια θεατρική παράστασηΩ ανάγνωση κάποιας σαιξπηρικής τραγωδίας σε μετάφραση. Ας πούμε πως το πράγμα πήγε κλιμακωτά: σινεμά, θέατρο, διάβασμα ­ τρεις τρόποι που υπόσχονται απόλαυση και κουλτούρα. Θα τους πάρω με τη σειρά. Το ζήτημα είναι ποιος από τους τρεις έχει σήμερα το πάνω χέρι. Προφανώς μιλώ για το κινηματογραφικό έργο των ημερών, που τόσο (αλήθεια: πόσο και πώς;) σκανδάλισε: το Τrainspotting του Ντάνι Μπόιλ. Περίληψη της υπόθεσής του εξ αντιγραφής: «ιστορία μιας φιλίας νεαρών του αιώνα μας, που αυτοκαταστρέφεται (δική μου απορία: η φιλία;) σε μια κοινωνία χωρίς οράματα». Πέρα από τις όποιες τεχνικές (ή και καλλιτεχνικές) αρετές της, πέρα από το προκλητικό της θέμα, η σκωτσέζικη αυτή ταινία πιστεύω ότι θέτει και κάποια γενικότερα ερωτήματα. Το πρώτο: πόσοι και ποιας ηλικίας θεατές έτρεξαν να την δουν; Το βράδυ που την είδα εγώ στη χαμηλοτάβανη Οpera Ι, η αίθουσα ήτανε φίσκα από νεαρούς μεταξύ 16 και 25 το πολύ. Με το δεδομένο αυτό θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για ένα είδος τρομοκρατίας της πλήθουσας νεολαίας του καιρού μας εις βάρος της ακμαίας, ώριμης και όψιμης ηλικίαςΩ όσοι από αυτούς τολμούν να μπουν στην ίδια αίθουσα, μοιάζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Η δεύτερη ερώτηση: καλά το μανιχαϊκό διαζευκτικό σχήμα του έργου (αυτοκαταστροφή στο περιθώριο της κοινωνίας ή συμβιβασμός με τη διαφθορά και την υποκρισία της). Τι γίνεται όμως με όσους ζουν και ζένονται ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα; Ασχημο κι άδικο στρίμωγμα. Και η τρίτη αμήχανη απορία: πόσοι από τις δεκάδες χιλιάδες που έτρεξαν και θα τρέξουν στην ταινία αυτή, θα παν το άλλο βράδυ να δούνε θέατρο ή να διαβάσουν κάποιο βιβλίο; Το λέω αυτό, γιατί το Τrainspotting φαντάζει κλειστό και αύταρκες σύστημα κουλτούρας, σαν να λέει στους νεαρούς θεατές του: σας φτάνω και σας περισσεύωΩ τα υπόλοιπα είναι φιοριτούρες ξεπερασμένες. Υστερόγραφο, για να μην παρεξηγηθώ: βλέπω τουλάχιστον δύο ταινίες την εβδομάδα. Παρά ταύτα, πάμε στην υπονοούμενη θεατρική παράσταση: στην «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ: έργο γραμμένο πριν από είκοσι χρόνια, και εντούτοις αρυτίδωτοΩ ανεβασμένο στην πάνω σκηνή του «Απλού Θεάτρου»Ω σε απόδοση του Μάριου ΠλωρίτηΩ σκηνοθεσία της Νικαίτης ΚοντούρηΩ με σκηνικά και κουστούμια του Γιώργου ΠάτσαΩ ερμηνευμένη από τη Μαρία Κατσιαδάκη, τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση και τον Γιώργο Σακελάρη. Επιμένω στα ονόματα που δηλώνουν πρόσωπα, τα οποία συνεργάστηκαν άριστα για να στηθεί και να χαριστεί η επαρκέστατη αυτή διδασκαλία της πιντερικής «Προδοσίας». Ενός έργου, που, σε πλήρη αντίθεση προς το Τrainspotting, αποστρέφεται τις κραυγαλέες αντιθέσεις των άκρων, και κινείται, επίμονα και αποκαλυπτικά, στην ενδιάμεση, εξ ορισμού αμφίβολη, ζώνηΩ όπου οι ανθρώπινες σχέσεις (ερωτικές και φιλικές) συνεχώς δοκιμάζονται και σαλεύουν, παράγοντας ένα διάλογο απόλυτα θεατρικό, δηλαδή υποκριτικό, με τη βαθύτερη και ωφελιμότερη σημασία της λέξης. Αφησα τελευταία τη μεγαλύτερη απόλαυση: την ανάγνωση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέττας», στην πρόσφατη μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Δεν λέω τίποτε για τη συγκλονιστική αυτή σαιξπηρική τραγωδία, που συνδυάζει, με ανεπανάληπτο τρόπο, τον πιο ωμό ρεαλισμό με τον πιο ατόφιο λυρισμό, στο τρίστρατο του έρωτα, της φιλίας και του θανάτου. Μιλώ για την τιμή της μετάφρασης, που αποτελεί γενναία συνεισφορά στην ποιητική μας γλώσσα και στον ρυθμικό της οίστρο. Αυτά για όσους διατείνονται ότι οι μεταφραστικές μεταγραφές και αντιγραφές είναι αχάριστη δουλειά, νεροκουβαλητές μόνον νοημάτων ­ κατηγορία που εκτοξεύεται προπαντός εναντίον της μεταφρασιμότητας της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Οπως κι αν έχει το πράγμα, το μεταφραστικό κατόρθωμα του Καψάλη αποδεικνύει ότι, σύμφωνα και με τη ρητή δήλωση του Ντεριντά, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να απολαύσουμε τον πρωτότυπο λόγο από το να τον μεταφράσουμε. Υπό τον όρο να μη μεταφράζουμε τον μίζερο εαυτό μας. Ζητούνται διανοούμενοι Από την «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής πήρα είδηση την πρόσφατη έκδοση και κυκλοφορία «Λεξικού των Γάλλων διανοουμένωνΩ πρόσωπα, τόποι, στιγμές». Συντάκτες του: ο Ζακ Ζιλιάρ και ο Μισέλ Βινόκ. Εκταση: 1.260 σελίδες. Λήμματα: 800. Συγγραφείς των λημμάτων: 230. Εκδοτικός οίκος: Seuil. Αφετηρία: η διαβόητη υπόθεση Ντρέιφους με τις πρώτες αντιδράσεις. Τέρμα της διαδρομής: η τρέχουσα δεκαετία. Μιλάμε επομένως για μία εκατονταετία ­ στην πραγματικότητα για τον δύσκολο αιώνα μας, που πνέει τα λοίσθια. Το Γαλλικό αυτό Λεξικό, που, όπως λέγεται ήδη και γράφεται, προβλέπεται να ερεθίσει, με τις επιλογές και τις παραλείψεις του, τον πνευματικό αλλά και τον δημοσιογραφικό κόσμο της Γαλλίας, ενδιαφέρει όχι μόνον ως ευρωπαϊκό παράδειγμα για την καθ' ημάς διανόηση (θα επανέλθω σε τούτο το σημείο), αλλά και για τους προτεινόμενους ορισμούς και περιορισμούς του. Ποιους θεωρούν οι συντάκτες του Λεξικού διανοουμένους; Κατά την προκλητική ρήση του Σαρτρ: εξέχοντες συγγραφείς, επιστήμονες, καλλιτέχνες και πανεπιστημιακούς, «που κάποια στιγμή αναμίχθηκαν σε πράγματα που δεν τους αφορούσαν». Αλλως πως και απλούστερα: προϋποθέσεις για την απονομή του επίμαχου τίτλου και την παρεπόμενη επιλογή θεωρούνται στην προκειμένη περίπτωση δύο, που θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να συμψηφιστούν και σε μία: ευνοείται και φιλοξενείται στο Γαλλικό Λεξικό «όποιος έχει περάσει στο πεδίο της πολιτικής δράσης ή έχει απευθυνθεί στην κοινή γνώμη»Ω «όποιος κουβαλάει, με τη μορφή προστιθέμενης αξίας, τη φήμη που έχει αποκτήσει σε έναν άλλο τομέα». Στο ανυπόγραφο δημοσίευμα της «Καθημερινής», που προβάλλεται ως αποκλειστική ανταπόκριση από το «L' Εxpress», προστίθενται και άλλα εξηγητικά στοιχεία για τις περιπέτειες της γαλλικής διανόησης στον αιώνα μας και για το ρήγμα που δημιούργησε στο διανοούμενο γαλλικό σώμα η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Δεν θα επιμείνω επ' αυτού περισσότερο, για να περάσω βιαστικά και απότομα στα δικά μας θολά διανοουμενίστικα νερά, που προσφάτως τα τάραξε με την περί των διανοουμένων διάλεξή του στην Αθήνα και ο Μπουρντιέ. Σκέφτομαι λοιπόν τι θα απέδιδε σήμερα στον τόπο μας μια, ανάλογη προς τη γαλλική, λεξικογραφική δοκιμή, η οποία θα φιλοδοξούσε να συστεγάσει επιφανείς διανοουμένους μας από το 1880 και μετά (αν θέλουμε το αφετηριακό όριο να είναι γραμματολογικό), ή το 1897 (αν προτιμηθεί ως κριτήριο η πολιτική μας κακοδαιμονία). Ακόμη και αν βρεθούν συντάκτες του Νεοελληνικού Λεξικού Διανοουμένων με το κύρος των Ζιλιάρ και Βινόκ, προαισθάνομαι ότι θα γίνει χαμός. Οχι γιατί περισσεύουν οι διανοούμενοί μας, με τους περιορισμούς μάλιστα που βάζει το Γαλλικό Λεξικό, αλλά γιατί θα πρέπει να αναζητηθούν, μεταφορικώς, με το κερί. Σε τι οφείλεται αυτή η σπάνις αξιόλογων διανοουμένων στον τόπο μας, είναι ζήτημα ψυχραιμότερης και νηφαλιότερης έρευνας. Εδώ προτείνονται προχείρως δύο προφανέστερες αιτίες: Η πρώτη αφορά στην ενδημική περιφρόνηση των διανοουμένων τόσο από τους πολιτικούς μας όσο και από τους καθαρόαιμους λογοτέχνες μαςΩ οι οποίοι θεωρούν την παρουσία τους ενοχλητική, όταν δεν την χαρακτηρίζουν a priori παρασιτική. Η δεύτερη αιτία πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αναζητηθεί στα πληθωρικά και πληθωριστικά κακέκτυπα διανοουμένων, που κυκλοφορούν ανενόχλητα ανάμεσά μας, επιβαίνουν καθημερινά σχεδόν στον Τύπο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και επαίρονται για την εύκολη επικυριαρχία τους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τζουτζέδες της τρέχουσας διανόησης. Απομένουν βέβαια κάποιες εξαιρέσεις ­ πόσες αλήθεια και ποιες; Στο περιθώριο Μέρες που ήταν (προγράμματα και προγραμματικές, πολιτική και πολιτικές) είπα να το ρίξω έξω. Και παρά το αρχαίο, συμπαθές εκείνο τραγούδι της Βέμπο, που προτιμούσε την Αθήνα από άλλες διασημότερες πρωτεύουσες του κόσμου, βρέθηκα για λίγες μέρες στη Λόντρα. Καλεσμένος για μια διάλεξη στο πλαίσιο διήμερου προγράμματος προς τιμή του Ομήρου, με συνοργανωτές: το Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Ρenguin (γιορτάζει φέτος τα πενήντα χρόνια από την ίδρυσή του), το Ελληνικό Κέντρο Λονδίνου και το λονδρέζικο Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Αν η ελληνοπρεπής αυτή εκδήλωση έμεινε στα αζήτητα του δικού μας Τύπου (δεν μιλώ για ραδιόφωνο και τηλεόραση, όπου συνήθως αλλού βρέχει πολιτιστικές ειδήσεις), τούτο οφείλεται ίσως και στην αντιδιαφημιστική αδράνεια των εν Αθήναις υπευθύνων. Οπότε πέφτει σ' εμένα, κατόπιν εορτής έστω, το διαφημιστικό χρέος. Εντυπη αφορμή και υποστήριξη της ομηρικής αυτής τιμής: ένας θαυμάσιος τόμος των Ρenguin Classics υπό τον τίτλο Ηomer in Εnglish, προλογισμένος και σχολιασμένος από τον πολύ George Steiner. Παρενθετικά θυμίζω ότι η πρώτη νεοελληνική του εμφάνιση έγινε στο ιδρυτικό τεύχος του περιοδικού «Συνέχεια», καταμεσής της επάρατης δικτατορίας μας, με υπόδειξη του αξέχαστου Παύλου Ζάννα. Ο τιμητικός τόμος ανθολογεί ομηρικά μεταφράσματα και ομηρολογικά κείμενα αγγλόφωνα, αρχίζοντας από τον Geoffrey Chaucer και φτάνοντας έως τις μέρες μας. Αν μετρώ καλά, ανθολογούνται ενενήντα οκτώ ποιητές που παρέφρασαν ή μετέφρασαν Ομηρο στην Αγγλία και στην Αμερική. Σκέφτομαι πόσο θα ωφελούσε ένα αντίστοιχο ανθολόγιο και στα καθ' ημάς ­ το προτείνω με την ευκαιρία αυτή στην πλήθουσα εκδοτική μας αγορά. Από το προφορικό διήμερο πρόγραμμα σημειώνω, εκτός από τις διαλέξεις (του δρος Ρeter Jones και τη δική μου), άλλες δύο καινοτομίες αξιοζήλευτες: ο Dennis Douglas, γνωστός αφηγητής, παρουσίασε και συζήτησε με μαθητές του δημοτικού σχολείου «ιστορίες από τον Ομηρο»Ω την επόμενη μέρα ο δρ Ρeter Jones (διδάσκει αρχαία ελληνικά και λατινικά στο πανεπιστήμιο του Νewcastle και είναι πρόεδρος της εταιρείας Friends of Classics) έστησε σεμινάριο με τελειοφοίτους βρετανικών γυμνασίων προβάλλοντας «ομηρικές αξίες». Αυτά προς γνώση και συμμόρφωση ­ στο περιθώριο έστω της δικής μας αρχαιολατρικής φλυαρίας και ιδεοληψίας. Η λονδρέζικη εξάλλου ολιγοήμερη παραμονή μου επεφύλαξε και μια μοναδική θεατρική εμπειρία, που συμψηφίζεται εδώ, όχι βεβαίως για να σνομπάρει τον ντόπιο παραστασιακό πληθωρισμό της τρέχουσας φθινοπωρινής περιόδου: είδα στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν του Ιψεν, σε μετάφραση του Νicolas Wright και σκηνοθεσία του Richard Εyre. Δεν είναι μόνο η υποκριτική υπεροχή των Ρaul Scofield, της Vanessa Redgrave και της Εileen Αtkins που ελάμπρυνε την υποδειγματική αυτή θεατρική διδασκαλία, αντάξια εκείνης του Βergman, που είδαμε, πριν από κάμποσα χρόνια, και στην Ελλάδα. Η παράσταση διέθετε και άλλα δυσεύρετα προσόντα: κανένα ίχνος σοβαροφάνειας, βεντετισμού και κομπασμούΩ απόλυτη φυσικότητα και απλότητα, σκηνοθετική και υποκριτικήΩ και επιπλέον φιλάνθρωπο χιούμορ, που ενσωμάτωνε στον ιψενικό λόγο την ανθρώπινη τραγωδία ως αναγκαία συνέπεια της παγιδευμένης συνείδησης όλων των συμβαλλομένων προσώπων. Και αυτά προς γνώση και συμμόρφωση της δικής μας θεατρικής επιδειξιομανίας και μεγαλομανίας, σήματα των οποίων άρχισαν ήδη να κυκλοφορούν επί σκηνής, για να αγρεύσουν εύκολη πελατεία. Υπέρ του αδυνάτου Πάμε... Βουλή. Εννοείται η Νέα Βουλή, που προέκυψε από τις αιφνιδιαστικές εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου. Για την οποία ο «Συνασπισμός», κοιτάζοντάς μας στα μάτια, προέβλεψε πως θα αποδειχτεί μόνον η αρχή του. Αλήθεια, όσοι, με μισή ή ολόκληρη καρδιά, τον ψηφίσαμε, αναρωτιόμαστε ποια μπορεί να είναι η συνέχεια αυτής της ευοίωνης αρχής: θα γίνουμε τάχα οσονούπω κυβέρνηση, και δεν το πήραμε είδηση; Οπως κι αν έχει το πράγμα, το νέο κοινοβούλιο υπόσχεται να σχίσει: πάντειος κυβέρνησηΩ αναβαπτισμένη αξιωματική αντιπολίτευση με τον Εβερτ ντουμπλαρισμένο αρχηγόΩ τρία τα μικρότερα κόμματα, που το καθένα σηκώνει τη δική του αριστερή σημαία ευκαιρίας ­ για να μην παρεξηγηθώΩ η λέξη «ευκαιρία» χρησιμοποιείται εδώ με την ετυμολογική της σημασία. Αυτά στο πολιτικό προσκήνιο. Αδηλο ακόμη τι συμβαίνει ή τι θα συμβεί στο πολιτικό παρασκήνιο. Εμείς πάντως, ως πολίτες - θεατές, θα μείνουμε, έτσι κι αλλιώς, στην πλατεία (μπορεί και στον εξώστη), περιμένοντας να δούμε το, γραμμένο και άγραφο, έργο που πρόκειται να παιχτεί ­ μακάρι να έχει αίσιο τέλος, αγγλιστί: happy end. Οχι, δεν ενδίδω στην, ενδημική στον τόπο μας, μίζερη κλάψα, την οποία εύστοχα στιγμάτισε και διακωμώδησε, πριν από δεκαπέντε μέρες, στο «Βήμα» ο Πρετεντέρης. Στην προκείμενη, χιουμοριστική οπωσδήποτε, επιφύλαξη υπόκειται μια τραυματική ιδεοληψία, που την προαναγγέλλει και ο δανεισμένος από τον δημοκρατικό ρήτορα τίτλος της μονότονης στήλης. Περί αυτού εν συνεχεία ο δύσκολος λόγος. Καλώς ή κακώς, κάποιοι της δικής μου γενιάς (γνωστός ο γενέθλιος χρόνος της: 1929) μάθαμε από τους δασκάλους μας (τους ιδρυτές της Φιλοσοφικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που υπερασπίστηκαν την προοδευτική επιστημοσύνη με εκφραστικό όργανο τη δημοτική γλώσσα) ότι πρέπει παντού και πάντοτε να λέμε: όχι στους δυνατούςΩ ναι στους αδυνάτους. Κι αυτή η υποθήκη μάς κυνηγά μια ολόκληρη ζωή. Καθώς όμως τα χρόνια περνούν (για να μην πω: πέρασαν), η φιλάνθρωπη αυτή απόφαση άρχισε κάπως να σαλεύειΩ προκαλώντας την υποψία ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχτεί όχι μόνον εκμεταλλεύσιμη αλλά και εκμεταλλευτική αρχή. Θα δοκιμάσω να γίνω σαφέστερος. Καταρχήν: πώς ορίζεται ο αδύνατος; μιλάμε αδιακρίτως για τον σωματικά, κοινωνικά, οικονομικά ή και εκφραστικά ανίσχυρο; Ακόμη, σε ό,τι αφορά τη συμπάθεια προς τον αδύνατο: αποβλέπει να τον καταστήσει στο προβλεπτό μέλλον ισχυρό; να τον περάσει επομένως στο αντίπαλο και «αντιπαθητικό» στρατόπεδο; Και τι ακριβώς συμβαίνει με το προστατευτικό υποκείμενο της αδυναμίας; είναι και ο ίδιος ανίσχυρος και παραμένει μέχρι τέλους αδύναμος; ή μήπως διαθέτει κάποιου είδους ισχύ που υπόσχεται τη μετατροπή της αδυναμίας σε δύναμη; Τέλος, το κρισιμότερο ερώτημα: αποκλείεται άραγε η υπέρ του αδυνάτου συμπάθεια να αποτελεί κατά κάποιον τρόπο άλλοθι του φορέα της, για να πετύχει ο ίδιος τη δική του ισχύ; Τα προηγούμενα ερωτήματα αφορούν κατεξοχήν στην πολιτική πρακτική και ειδικότερα σε όσους επαγγέλλονται την προοδευτική ιδεολογία, μέσα από οργανωμένους κομματικούς σχηματισμούς. Η πείρα στο κεφάλαιο αυτό είναι μάλλον οδυνηρή και δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποσιωπάται. Θέλω να πω ότι η πολιτική υπέρ των αδυνάτων συμπάθεια συχνά πυκνά ελέγχεται κάπως υποκριτική, στον βαθμό τουλάχιστον που ο συμπαθών προοδευτικώς ωφελείται, ενώ ο συμπαθούμενος συνεχώς παγιδεύεται. Πού το πάω; Εχω βαρεθεί και κορεστεί ασκώντας μια ολόκληρη ζωή τη φιλάνθρωπη υποθήκη. Και σκέφτομαι πως αν έχουν δίκιο ο Σπινόζα και ο Νίτσε, ότι τελικώς το δίκαιο είναι δύναμη, η εμμονή στην αδυναμία ενδέχεται να γίνεται κάποτε εύκολη λεία προς εκμετάλλευση από τους κάθε λογής καπάτσους. Εκπλήξεις Οι μετεκλογικές εκπλήξεις μοιράστηκαν μάλλον άνισα στα δύο μεγάλα κόμματα. Η μερίδα του λέοντος έπεσε κατακέφαλα στη Νέα Δημοκρατία: όπου ο βέβαιος πρώην αρχηγός της και αβέβαιος αυριανός πρόεδρός της (ο λόγος για τον Μιλτιάδη Εβερτ) απέδειξαν ότι η πρόταση «είμαι και δεν είμαι» αποτελεί στην τρέχουσα πολιτική ενίοτε ταυτότητα, ανατρέποντας την αρχή της λογικής αντίφασης. Η εβερτική πάντως παλινωδία (είπα, ξείπα), η έκβαση της οποίας μέχρι και της στιγμής που γράφεται το παρόν πολιτιστικό μονότονο δεν κρίθηκε οριστικά, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως θεία εκδίκηση ­ του Ερμή ασφαλώςΩ αφού ο κατήγορος για κατάφωρη ασυνέπεια του προεκλογικού αντιπάλου του, εφωράθη μετεκλογικώς κατηγορούμενος της ίδιας κατηγορίας. Ετσι, το έργο που παίζεται τις μέρες αυτές στους μπλοκαρισμένους κόλπους της Νέας Δημοκρατίας άρχισε ως ηρωική τραγωδία, για να καταλήξει μάλλον σε φάρσα, με απρόβλεπτες συνέπειες. Μικρότερης όμως εμβέλειας εκπλήξεις δεν έλειψαν μήτε στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Εδώ το σήμα συναγερμού ακούστηκε συγχρόνως με την ανακοίνωση του κυβερνητικού σχήματοςΩ γρήγορα ωστόσο η σειρήνα σίγησε, και επισήμως δηλώθηκε ότι η φωτιά που πήγε να ανάψει προκλήθηκε από πυροτεχνήματα της προτεραίας νίκης. Παρά ταύτα φάνηκαν αμέσως κάποιες πυροτεχνικές παρενέργειες: ο κ. Αρσένης φωτίστηκε νέος υπουργός Παιδείας και ο κ. Βενιζέλος νέος υπουργός Πολιτισμού. Τίποτε ασφαλώς δεν προδικάζει ότι η διπλή αυτή έκπληξη δεν θα βγει τελικώς σε καλό. Θέτει πάντως στην κοινή γνώμη κάποια εύλογα ερωτήματα: υπάρχουν ή δεν υπάρχουν υπουργεία, για τα οποία οι επιλεγόμενοι υπουργοί πρέπει να διαθέτουν ειδική και αποδεδειγμένη πείρα; ή μήπως η γενική υπουργική πείρα φτάνει και περισσεύει για όλους και σε όλα, οπότε δεν τίθεται πια θέμα διαλογής προσώπων; Οπως κι αν έχει το πράγμα, η επιλογή του κ. Βενιζέλου ως υπουργού Πολιτισμού (διαδέχεται τον κ. Μπένο, που διαδέχτηκε τον Θάνο Μικρούτσικο, που διαδέχτηκε την αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη), μολονότι δείχνει ότι ο βαθμός σχετικότητας προοδευτικώς ελαττώνεται αντί να αυξάνεται, δημιούργησε, στη Θεσσαλονίκη τουλάχιστον, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το '97, διάχυτη αισιοδοξία: με δεδομένη την καταγωγή του, την εντόπια πανεπιστημιακή του ιδιότητα και τον αναμφισβήτητο ρητορικό του δυναμισμό, ο κ. Βενιζέλος είναι πολύ πιθανόν να λύσει στην πόλη μας πολιτιστικούς κόμπους, που μέχρι χθες ακόμη έμεναν σφιχτοδεμένοι. Οσο για τον άπειρο προς το παρόν σε θέματα παιδείας κ. Αρσένη, δικαιολογούνται επίσης αισιόδοξες προβλέψεις: ίσως με τη γνωστή του, φυσική και επίκτητη, τάξη νοικοκυρέψει το εξ ορισμού, παρά τις ενδιάμεσες προσπάθειες, ανοικοκύρευτο υπουργείο ΠαιδείαςΩ επικουρούμενος και από το καταλυτικό χιούμορ του, το οποίο επιβεβαιώθηκε και κατά την τελετή ανάληψης των νέων του καθηκόντων. Στο μεταξύ όμως εκκρεμεί η ανησυχία του εκπαιδευτικού κόσμου (Γενικής, Ανώτερης και Ανώτατης Παιδείας), η οποία συμπυκνώνεται στο ερώτημα: με τον νέο υπουργό θα συνεχιστούν και θα ολοκληρωθούν κάποια σημαντικά, αλλά ημιτελή, έργα του προκατόχου του; ή όλα θα αρχίσουν πάλι φτου και από την αρχή; Ο καιρός θα δείξει. Γιατί, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, αρχή άνδρα δείκνυσιν ­ έστω και στη μέση ενός δύσβατου, μπορεί και ναρκοθετημένου δρόμου. Περι Κεντροαριστεράς Θα προσυπέγραφα, σχεδόν ανεπιφύλακτα, το «νικητήριο» σχόλιο του Νεόκοπου στα «Νέα» της μετεκλογικής Δευτέρας: «Πράγματι, η Ελλάδα δεν γυρίζει πίσω - δεν μένει παρά να μάθουμε και πού πηγαίνει». Ανακούφιση λοιπόν; Γιατί όχι. Αισιοδοξία; Μετρημένη. Προβληματισμός; Ασφαλώς και κυρίως για το άμεσο μέλλον. Αφού, πέφτοντας η εκλογική αυλαία, θα πρέπει τώρα να μαζέψουν οι μεγάλοι και οι μικροί νικητές τα σκόρπια λόγια τουςΩ να σκεφτούν τα δύσκολα έργα που τους περιμένουν έξω και πέρα από την προεκλογική σκηνή ­ ας πούμε: μέσα στο Κοινοβούλιο. Απαραίτητη διασάφηση, για να μην παρεξηγηθώ: μιλώ ως ψηφοφόρος της βασανισμένης και βασανιστικής ΑριστεράςΩ σε ηλικία που αποκλείει πια τον αισθηματικό ενθουσιασμό και ενισχύει τη λογική επιφύλαξηΩ από θέση μάλλον περιφερειακή, σχεδόν περιθωριακή, όπου κάποιος περισσότερο σκέφτεται και συμπεριφέρεται πολιτικά ­ πάντως δεν συμπράττει κομματικά, γιατί έτσι ήλθαν τα πράγματα στα πολλά κιόλας χρόνια της ζωής του, που τον στρίμωξαν στο μεταίχμιο επιλογής και ανάγκης. Με αυτούς τους όρους ο δημόσιος ρόλος και λόγος του εξ ορισμού περιορίζονται ή ορίζονται αλλιώς. Για να το πω συμβολικά: δεν είμαι μήτε Υδραίος μήτε Λαρισαίος. Ως εδώ φτάνει η αμήχανη ομολογία, η οποία πάντως αντιστέκεται στην, αυθαίρετη ή υποχρεωτική, παραίτηση. Ελπίζω ότι κάποιους ακόμη ακούω και κάποιοι με ακούν ­ όχι κατ' ανάγκην οι παλιοί φίλοι που, έτσι και αλλιώς, στο μεταξύ λιγόστεψαν. Πολλά ασφαλώς τα προβλήματα που έχει να λύσει η κυβέρνηση Σημίτη στα τέσσερα χρόνια της ψηφισμένης από τον ελληνικό λαό θητεία τηςΩ πολλές όμως και οι παρεξηγήσεις που οφείλει να διαλύσει. Μια από αυτές είναι και το δηλωμένο προεκλογικώς ενδιαφέρον της για τη λεγόμενη «Κεντροαριστερά»Ω η οποία τώρα, με την είσοδο και του Συνασπισμού στη Βουλή, έπαψε πια να είναι φάντασμα και γίνεται υποχρεωτική πραγματικότητα, με την έννοια τουλάχιστον της κοινοβουλευτικής συνύπαρξης. Το πρόβλημα σίγουρα είναι ζόρικο και η ευκταία λύση του εξαρτάται τουλάχιστον από δύο μέρη: από το αυτοδύναμο ΠαΣοΚ και τον υποδύναμο Συνασπισμό. Η δύσκολη λύση του προβλήματος συναρτάται, εκτός των άλλων, και από τη σημασία που δίνουν οι ενδιαφερόμενοι στον όρο «Κεντροαριστερά»: αν δηλαδή επιμένουν στη διάζευξη των δύο συνθετικών της ή θα υπερασπιστούν τη σύνθεσή τους σε μια λέξη. Με δεδομένη την επίσημη επωνυμία των δύο κομμάτων (Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα το έναΩ Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου το άλλο) η διάζευξη, τυπικώς τουλάχιστον, αποκλείεται. Αφού το ΠαΣοΚ δεν αυτοσυστήνεται ως κεντρώο κόμμα και ο Συνασπισμός διεκδικεί για τον εαυτό του τον ρόλο αριστερού εμβόλου στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Αν η διάζευξη απορριφθεί θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μην προσφύγουν τα ενδιαφερόμενα κόμματα μήτε και στην εύκολη μέθοδο της απλής κοινοβουλευτικής πρόσθεσης. Δοκιμότερη επομένως λύση παραμένει, να κρατήσει η Κεντροαριστερά τη συνθετική της υπόσχεση. Για να ευοδωθεί όμως μια τέτοια λύση χρειάζεται κατ' αρχήν να παραμεριστούν τόσο η υπεροψία του αυτοδύναμου ΠαΣοΚ όσο και η καχυποψία του υποδύναμου Συνασπισμού. Ας ευχηθούμε η σύνθεση να αποφασισθεί ειλικρινώς και αμοιβαίως, και να δοκιμαστεί καθ' οδόνΩ για να φανεί τελικώς αν η Κεντροαριστερά είναι στην Ελλάδα υβρίδιο ή ευάρεστο φάντασμα που μπορεί να πάρει κάποτε σάρκα και οστά. Στο μεταξύ εκθύμως προτείνω, προς υποστήριξη γενναίου προβληματισμού, την προσεκτική ανάγνωση ενός απίστευτα επίκαιρου κειμένου: πρόκειται για τη διάσημη «Πολιτική Πραγματεία» του Μπαρούχ Σπινόζα (1632-1677), που μόλις κυκλοφορήθηκε στις εκδόσεις Πατάκη (Ναυτίλος - Αναγνώσματα 2). Η νεοελληνική, επαρκέστατη, μετάφρασή της από τον, ειδικό στο θέμα, Αρη Στυλιανού, πλαισιώνεται: με εισαγωγή του Γεράσιμου Βώκου (καθηλωτικής οικονομίας και σαφήνειας)Ω και με επιλογικό δοκίμιο του Ετιέν Μπαλιμπάρ, υπό τον τίτλο «Πολιτική και Επικοινωνία» (διαλύει, διχοτομικού τύπου, κατεστημένες παρεξηγήσεις για την αδιαίρετη, κατά βάση πολιτική, φιλοσοφία του Σπινόζα). Μακάρι ο συνοπτικός αυτός τόμος (μόλις 200 σελίδες) να διαβαστεί από όσους ασκούν δημοκρατική πολιτική στον τόπο μας. Καβάφης - Σεφέρης: παράλληλοι; Συμπληρώθηκαν χθες είκοσι πέντε χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, και κοντεύει ένας αιώνας από τη γέννησή του. Οι εξωτερικές αυτές χρονικές συμπτώσεις δικαιολογούν ασφαλώς κάποιου είδους απολογισμό, ο οποίος επιχειρείται εδώ με τη μορφή μιας αναλογικής σύγκρισης ­ υποθετικής βέβαια αλλά, κατά τη γνώμη μου, νόμιμης. Εννοείται ο παραλληλισμός του Γιώργου Σεφέρη με τον Κωνσταντίνο ΚαβάφηΩ καταρχήν επειδή οι δύο αυτοί ποιητές σημάδεψαν διαδοχικώς τον νεότερο και νεοτερικό ποιητικό μας ορίζοντα και, με την αποδεδειγμένη πια εμβέλειά τους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αποτελούν τους επιφανέστερους εκπροσώπους της νεοελληνικής ποίησης στον φθίνοντα εικοστό αιώνα. Η περίπτωσή τους παρουσιάζει αναμφισβήτητα όχι μόνο γραμματολογικό αλλά και γενικότερο ενδιαφέρον, τόσο για τις πρόδηλες διαφορές τους, όσο, και προπαντός, για τις λανθάνουσες αναλογίες τους. Θα επιμείνω στις τελευταίες, κατ' ανάγκην με συνθηματική συντομία. Θυμίζω πρώτα ότι συνέπεσε σχεδόν η διάρκεια της ζωής τους: στα εβδομήντα του έσβησε ο ΚαβάφηςΩ στα εβδομηνταένα του ο Σεφέρης ­ όριο ωριμότητας, που επέτρεψε, και στα δύο παραδείγματα, να σχηματιστεί και να ολοκληρωθεί ο κύκλος του ποιητικού βίου. Είναι γνωστό ότι η σχέση Σεφέρη - Καβάφη υπάκουσε στο γνωστό πια σχήμα «απώθηση - έλξη». Τούτο, εκτός των άλλων, σημαίνει ότι ο μικρασιάτης ποιητής από νωρίς αισθάνθηκε πως είχε να ανταγωνιστεί και να συναγωνιστεί με τον αλεξανδρινό, αναγνωρίζοντας το επιβλητικό ή και καταθλιπτικό του μέγεθος. Με τους όρους αυτούς πιστεύω πως πρέπει να ερμηνευθεί η εξέλιξη ενός πρώιμου αντιλόγου σ' έναν ώριμο και όψιμο διάλογο του Σεφέρη με τον Καβάφη, τα σήματα του οποίου πύκνωναν όσο προόδευε το έργο (ποιητικό και κριτικό) του μικρασιάτη ποιητή. Ετσι έγιναν καθ' οδόν ορατές κάποιες παραπληρωματικές αντιστοιχίες μεταξύ τους. Σημειώνω τις κυριότερες: Και οι δύο ποιητές αποδείχτηκαν, επιλεκτικά και στοχαστικά, αρχαιόμυθοι και μυθολογικοί, εγγράφοντας συγχρόνως τις ποιητικές και ηθικές αντιδράσεις τους στον ευρύτερο κύκλο της ιστορίας. Αν ο Καβάφης χρησιμοποίησε, ως κάτοπτρο για τα ποιητικά του είδωλα, την ιστορία αναδρομικώς, επιμένοντας κυρίως στη μικροϊστορία της αλεξανδρινής εποχής, ο Σεφέρης σχημάτισε μάλλον ένα διαχρονικό ιστορικό τόξο, παραπέμποντας στην παραδειγματική αρχαιοελληνική του αρχή και στη νεοελληνική προβληματική του απόληξη. Μύθος εξάλλου και ιστορία σοφιλιάστηκαν στην περίπτωση του αλεξανδρινού κατά κανόνα με τέτοιον τρόπο, ώστε συχνά η ειρωνεία να επικαλύπτει το υποκείμενο δράμαΩ στον ελλαδικό ποιητή οι δύο αυτοί όροι λειτούργησαν σχεδόν αντίστροφα. Και στους δύο πάντως μύθος και ιστορία συνέβαλαν στην υποδοχή και την υποβολή μιας ανθρωπολογικής διδαχής, που αποστρέφεται τόσο την ηθικολογία όσο και τον ρητορικό κομπασμό. Και οι δύο ποιητές υπήρξαν βαθύτατα αισθησιακοί: σε φυσικότερη εκδοχή ο μικρασιάτηςΩ σε περιθωριακή και ιδιόρρυθμη ο αλεξανδρινός. Και τους δύο όμως τους βασάνισε η καθοριστική θερμοκρασία του σώματος πάνω στον νου και σε ό,τι συνήθως ονομάζουμε ψυχή. Αν στον Καβάφη ο αισθητισμός αποτελεί κίνητρο και συγχρόνως άλλοθι του λοξού αισθησιασμού του, στον Σεφέρη η αισθησιακή κλίση παρέμενε κατά βάση φυσιοκρατική, χωρίς να ολισθαίνει ποτέ στη διακοσμητική φυσιολατρεία. Ακόμη, τόσο ο Καβάφης όσο και ο Σεφέρης, απέδειξαν ότι η ποιητική ωριμότητα προϋποθέτει στοχαστική και νοητική εγρήγορση. Ή για να το πω απλούστερα και ωμότερα: το ταλέντο τους υποστηρίχθηκε απαρχής μέχρι τέλους με υψηλού βαθμού ευφυΐα, η υποβαθμισμένη παρουσία της οποίας σε άλλους ταλαντούχους ποιητές μας δικαιολογεί, κατά την κρίση μου, την αναστολή της ωρίμανσής τους. Η ευφυΐα αυτή συνεπάγεται και κάποιο μερίδιο υπολογισμού, ακόμη και ως προς τον τρόπο που εγκαθίσταται και προάγεται η ποιητική φήμη. Σ' αυτήν εξάλλου την ευφυΐα πιστεύω πως πρέπει να αναχθεί τόσο η απερίφραστη και προκλητική δήλωση του Καβάφη ότι είναι «ποιητής του γήρατος» όσο και η γεροντική υπόκριση του Σεφέρη ήδη από τα νεανικά και ακμαία του χρόνια. Οι προηγούμενες, συμπληρωματικές ή και παραπληρωματικές, αναλογίες των δύο ποιητών δεν καταργούν ασφαλώς τις ριζικές κάποτε διαφορές τους. Μολονότι μερικές τουλάχιστον από τις διαφορές αυτές θα μπορούσαν, σε προσεχτικότερο έλεγχο, να αντιστραφούν σε λανθάνουσες ομοιότητες. Παράδειγμα: η αποκλίνουσα γλωσσική τους επιλογή (μικτή και αστική γλώσσα στον ΚαβάφηΩ δημοτική και διαταξική γλώσσα στον Σεφέρη), που δείχνει εντούτοις αμοιβαίο ενδιαφέρον για την πραγματολογική ακρίβεια (ρηματική και ουσιαστική), αδιαφορία για τον περιττό επιθετικό διάκοσμο. Οπως κι αν έχει το πράγμα, ο Σεφέρης γύρεψε και βρήκε την προσωπική του φωνή, ψάχνοντας συστηματικότερα από τον Καβάφη το corpus της γραμματολογικής μας παράδοσης. Τούτο προφαίνεται τόσο στο ποιητικό όσο και στο δοκιμιακό του έργοΩ όπου αναγνωρίζονται ριζώματα από την κρητική και επτανησιακή ποίηση, τον δίκαιο λόγο του Μακρυγιάννη, τον κριτικό στοχασμό του Παλαμά, τον λυρικό αυθορμητισμό του Σικελιανού, αλλά και τη σατιρική πρόκληση και απελπισία του Καρυωτάκη. Σε ό,τι εξάλλου αφορά τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό μοντερνισμό (γαλλόφωνο στην αρχή και αγγλόφωνο στη συνέχεια), ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σεφερική επιφύλαξη απέναντι στον ξένο και ντόπιο υπερρεαλισμό. Γενικότερα ο Σεφέρης φαίνεται να πέρασε, σχεδόν αζημίωτος, τεχνοτροπικές και ιδεολογικές συμπληγάδες, που άλλους, καλούς, ποιητές μας τους σακάτεψαν. Πρόχειρα παραδείγματα: το δίλημμα εντοπιότητας και παγκοσμιότηταςΩ η διάζευξη υπαρξιακής και πολιτικής ποίησηςΩ η ετεροβαρής πρόκριση της αισιοδοξίας ή της απαισιοδοξίας. Σ' αυτό το ανθρωπολογικό και ανθρωπογνωστικό, τελικώς παρηγορητικό, βάθος του σεφερικού λόγου οφείλεται νομίζω και η αύξουσα ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού αλλά και της κριτικής. Απόδειξη ο πρόσφατος, πολυσέλιδος τόμος «Εισαγωγή στην Ποίηση του Σεφέρη, Επιλογή Κριτικών Κειμένων», με επιμέλεια του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, δοσμένος στη δημοσιότητα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Μέρα που είναι σήμερα, καλό είναι να θυμηθούμε ότι ο ποιητής - πολίτης Σεφέρης αποκάλυψε και στιγμάτισε, όσο λίγοι, τη δημόσια ιδιοτέλεια και ευτέλεια, επιμένοντας πως το πέρασμα από το «εγώ» στο «εμείς», καθώς έλεγε ο Μακρυγιάννης, είναι δύσκολη και ευάλωτη υπόθεση, που χρειάζεται την υποστήριξη της έντιμης λογοτεχνίας, του δικού της στοχαστικού και αρητόρευτου λόγου ­ άλλη μια σύμπτωση του Σεφέρη με τον πολιτικό Καβάφη, όπως μας τον φανέρωσε ο Τσίρκας. Ευχήν Οδυσσεί Στην οδυσσειακή Ιθάκη (Βαθύ, Σταυρός και ΚάστροΩ Αετός, Νήριτο και Γιδάκι) έγινε από τις 31 Αυγούστου έως τις 15 Σεπτεμβρίου το Η΄ Διεθνές Συνέδριο για την Οδύσσεια. Το πρώτο και ιδρυτικό συμπόσιο εγκαινιάστηκε το 1977, με πρόεδρο τον αλησμόνητο Ι. Θ. Κακριδή, από όπου προέκυψε το Κέντρο Οδυσσειακών ΣπουδώνΩ με σημερινό του πρόεδρο τον Φάνη Κακριδή και γενική γραμματέα του την ακαταπόνητη Μάχη Παΐζη - Αποστολοπούλου. Λίγοι φαντάζομαι πήραν είδηση την όγδοη αυτή συνάντηση ομηριστών από τις ΗΠΑ, την Ουαλία, τη Νορβηγία και την ΟλλανδίαΩ τη Γερμανία και την ΑυστρίαΩ την Ελβετία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία ­ φιλοξενούμενοι που βρέθηκαν μαζί με έλληνες συναδέλφους στο φημισμένο αλλά απόμακρο νησί του Οδυσσέα. Οπου έλειψαν παντελώς ­ θα έλεγα από μιαν άποψη: ευτυχώς ­ τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Γίνονται εξάλλου κάθε χρόνο στον τόπο μας τόσα διεθνή συνέδρια, ων ουκ έστιν αριθμός, βαρύγδουπα και φανταχτερά. Μιλάμε για συνεδριακό οργασμό, αμφίβολης όμως τις περισσότερες φορές γονιμότητας, που αναλώνει και άφθονο δημόσιο χρήμα. Το συνέδριο πάντως της Ιθάκης τα έβγαλε πέρα με βασικό του πόρο τη χορηγία του υπουργείου Πολιτισμού, ύψους μόλις δύο εκατομμυρίων. Για τα υπόλοιπα φρόντισε ο δήμος του νησιού, με τον προηγούμενο και τον τωρινό του δήμαρχο. Στο Θιάκι λοιπόν μαζεύτηκαν για έξι μέρες είκοσι επτά σύνεδροι (φιλόλογοι, αρχαιολόγοι, ιστορικοί) που, μιλώντας για την Οδύσσεια, τα είπαν και μεταξύ τους σεμνά και με ασυνήθιστη οικειότηταΩ μολονότι ανάμεσα στους ομιλητές συγκαταλέγονταν πράγματι και διάσημα ονόματα της διεθνούς ομηρολογίας. Υπήρξαν ωστόσο και άλλα, ασυνήθιστα στην εντόπια - διεθνή συνεδριακή αγορά, προσόντα σε τούτο το περιφερειακό συμπόσιο, που τα σημειώνω με νόμιμη φιλοτιμία. Τέσσερεις ξένοι ομιλητές (Αdrados, Κrischer, Κullmann, Lohmann) εισηγήθηκαν το θέμα τους σε άψογα νεοελληνικά. Αυτό θα πει έμπραχτος φιλελληνισμός, που δημιούργησε εύλογη συγκίνηση, για να μην πω: περηφάνια. Από τους είκοσι επτά εισηγητές, οι δέκα ήσαν γυναίκες ­ έκδηλος φεμινισμός λοιπόν! Τέσσερις μάλιστα από αυτές (η de Jong, η Letoublon, η Said και η δική μας Ζερβού) έθιξαν επίμαχα προβλήματα των ομηρικών επών (για τις επιθετικές φόρμουλες και την αφηγηματική κατάστασηΩ για την παράσταση του τοπίου και την κατηγορία της περιγραφήςΩ για τα δραματικά σπέρματα στο έπος), επιμένοντας στη μέθοδο της νεωτερικής αφηγηματολογίας και σημειολογίας. Ειδικά αυτές οι εισηγήσεις προκάλεσαν έντονη και γόνιμη συζήτηση, όπου συγκρούστηκαν σύμφωνοι λόγοι και διαφωνούντες αντίλογοι. Αξίζει ακόμη τον κόπο να αναγραφούν τα ονόματα νέων ελπιδοφόρων ομηρολόγων, που εκπόνησαν ήδη ή εκπονούν σχετικές διατριβές: ο Αλεξίου μίλησε για την παρουσία του Ομήρου στο έργο του ΙσοκράτηΩ η Βuonajuto για τις οδυσσειακές σειρήνεςΩ η Κλαμπανιστή για τις μορφές κίνησης στο έποςΩ ο Νavarro για τα ζώα στην ΟδύσσειαΩ η Παλλάντζα για τα ομηρικά ζευγάρια στον ΑλκαίοΩ ο Πόλκας για το θέμα του ύπνου στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Υποσημειώνω μία ακόμη έκπληξη του συνεδρίου: στην εναρκτήρια συνεδρία έγιναν τα εγκαίνια έκθεσης χαρακτικών του Τischbein με μορφές του Ομήρου ­ γενναιόδωρη προσφορά του Νίκου Κ. Ψημμένου. Για την κλασικιστική ευαισθησία των χαρακτικών αυτών από τις αρχές του περασμένου αιώνα μίλησε εύστοχα ο ζωγράφος Χρόνης Μπότσογλου. Αυτά και άλλα παραλειπόμενα του συνεδρίου μάς έκαναν για λίγες μέρες να ξεχάσουμε την προεκλογική σβούρα με τα απρόβλεπτα πολιτικά της παρεπόμενα, όπως διατείνονται οι εντεταλμένες δημοσκοπήσεις. Οσο για μένα, αποφάσισα τη φορά αυτή να μη δηλώσω δημοσία και προκαταβολικώς τι θα ψηφίσω. Γιατί όσες φορές το έκανα στο παρελθόν, μάλλον δεν βγήκε σε καλό. Μαθητο-πατερικά Δεν είμαι και πολύ βέβαιος ότι η υπεσχημένη μεταφορά μέρους του προεκλογικού αγώνα από τις ανοιχτές πλατείες και τις απέραντες παραλίες (σημείο αναφοράς η Θεσσαλονίκη) στη στενόχωρη, ούτως ή άλλως, τηλεοπτική οθόνη θα μας βγει σε καλό. Γιατί τα μέχρι στιγμής δείγματα, μονολογικής ή διαλογικής, τηλεοπτικής γραφής δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια, μετρημένης έστω, αισιοδοξίας: οι βολές και οι διαβολές που επιχειρούν αμοιβαίως επιφανείς εκπρόσωποι των δύο κομμάτων, που διεκδικεί το καθένα τους για τον εαυτό του την κυβερνητική εξουσία, μάλλον πλήξη δημιουργούν με τις κοινοτοπίες τους. Ας ελπίσουμε ότι στο μεταξύ, έως την κρίσιμη μέρα των εκλογών, τα αίματα κάπως θα ανάψουν και η τηλεοπτική ρητορική θα βρει τον δρόμο της, με ερεθιστικότερα και πειστικότερα επιχειρήματα, πραγματολογικά και αριθμητικά. Ωστόσο τούτο το πολιτιστικό μονότονο έχει κάπως διαφορετική αφορμή και αποκλίνοντα από τα συνηθισμένα στόχο. Ο λόγος για τη συμμετοχή σε τηλεοπτικό διάλογο δύο πανεπιστημιακών καθηγητών, εγνωσμένης κομματικής ταυτότητας και ρητορικής άνεσης, τεσσάρων μαθητών του Λυκείου, από την τελευταία τάξη, που φαίνεται πως είχαν διαπρέψει στο λεγόμενο «μαθητικό κοινοβούλιο» πριν από κάμποσο καιρό. Μιλώ για «Το μήλον της έριδος» του Παύλου Τσίμα, το βράδυ της 28ης Σεπτεμβρίου, στο Μega Channel, με αντιλέγοντες συζητητές τον κ. Βενιζέλο από πλευράς ΠΑΣΟΚ και τον κ. Παυλόπουλο από την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας. Σ' αυτή λοιπόν την τηλεοπτική αντιλογία είχε την έμπνευση ο κ. Τσίμας να καλέσει και τέσσερεις μαθητές (τρία αγόρια και μια κοπέλα, που τα προσφωνούσε με το μικρό τους όνομα), για να στριμώξουν με τις ερωτήσεις τους τους διαπρεπείς συνομιλητές του. Ο κ. Τσίμας φαίνεται να έχει αδυναμία στους μαθητές, πιστεύοντας πως ο φρέσκος λόγος τους μπορεί να καταλύσει τη σοβαροφάνεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής, μεταφέροντας μηνύματα της ανερχόμενης γενιάς, που μαθητεύει με τον τρόπο της στον δημόσιο βίο των μεγάλων. Παράδειγμα εκείνη η εκπομπή για τη γλώσσα με νέους, ημετέρους και γάλλους. Περασμένα ξεχασμένα θα πείτε. Αλλά να που το πείραμα τώρα επαναλαμβάνεται επισημότερα και σε κρισιμότερη ώρα. Είμαι της γνώμης ότι η τηλεοπτική αυτή δοκιμή κατέληξε σε φιάσκο: οι δύο πανεπιστημιακοί πολιτευτές έλεγαν, όπως έλεγαν, τα δικά τουςΩ ενώ οι τέσσερεις μαθητές του Λυκείου, ανυπόμονοι και αψίκοροι, επέμεναν σε δικές τους απορίες και αγωνίες, άσχετες όμως προς το συζητούμενο θέμαΩ όσο για τον κ. Τσίμα προσπαθούσε να γεφυρώσει την αγεφύρωτη απόσταση χαμογελώντας ευτυχής. Οσοι έφαγαν τη ζωή τους με το δασκαλίκι, ξέρουν καλά πόσο δύσκολος είναι ο ωφέλιμος και για τις δύο μεριές διάλογος δασκάλου και μαθητή. Γιατί ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει όχι μόνο από την υπεροψία του παιδαγωγού, αλλά και από τη μαθητοπατερική συγκατάβασή του, κατά κανόνα σκόπιμη και χρησιμοθηρική. Οπως και να το κάνουμε, η μαθητεία προϋποθέτει κάποιου είδους πειθαρχία στους κανόνες της λογικής και του διαλόγουΩ άλλως εκτρέπεται σε φιγούρα και προκλητική αυταρέσκεια ­ στοιχεία που δυστυχώς δεν έλειψαν από τους τέσσερεις μαθητές του Λυκείου, με την επικουρία και του κ. Τσίμα. Καλή και άγια η μαθητευόμενη συμμετοχή των νέων ανθρώπων σε κεφάλαια του δημοσίου βίου που τους αφορούν άμεσα και ζουν καθημερινά μέσα στην τάξη τις συνέπειές τους. Αλλά προς Θεού: η στρέβλωση αυτής της προθυμίας στην τηλεόραση, μπορεί να προκαλέσει ανήκεστη ζημία. Συμπέρασμα: αρκετούς μαθητοπατέρες έχουμε μέσα στο σχολείοΩ δεν μας χρειάζονται και τηλεοπτικά πρότυπα. Εκλογολογικά Eκόντες άκοντες, μπήκαμε πάλι σε εκλογική περίοδο ­ στριμωγμένη όπως ισχυρίζονται οι πολλοίΩ αιφνιδιαστική, όπως λένε κάποιοι (όχι λίγοι) μέσα, έξω και γύρω από το κυβερνητικό κόμμα. Προεκλογολογία - εκλογολογία - μετεκλογολογία. Ιδού ο κύκλος, αν θέλετε: το ταψί, στο οποίο χορέψαμε, χορεύουμε και θα χορέψουμε. Με σκοπούς και μουσικές κάπως παράταιρες, αφού αμφισβητούνται η αξιοπιστία του ενός και ειλικρίνεια των άλλωνΩ καθώς τα εκλογικά διλήμματα εν μια νυκτί εξαφανίσθηκαν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ ή να ήσαν εξαρχής ανυπόστατα. Και να σκεφτεί κανείς ότι παίρναμε όρκο μερικοί πως τέρμα πια με την εκλογική αγωνία: τη χορτάσαμε πολλές φορές, από το μεταπολιτευτικό εκείνο '74 και μετά. Και με όλα ταύτα: το μυαλό (και όχι μόνο) δουλεύει σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο τουΩ μπερδεύεται με τη λοξή δουλειά του δίχως να σε ρωτά. Οπερ έδει δείξαι. Από κοντά ωστόσο ακούγεται και ο αμήχανος βήχας μας: κάποιες, σχολαστικές έστω, απορίες, οι οποίες, για την τιμή των όπλων, μεταφέρονται και στη μονότονη αυτή στήλη, που με τον τρόπο της επιμένει στην πολιτισμένη πολιτική και στον πολιτικό πολιτισμό. Το ρίξαμε στα λογοπαίγνια; όχι ακριβώς. Γιατί μία τουλάχιστον από τις προεκλογικές υποσχέσεις της κυβέρνησης είναι πως, τη φορά αυτή, το μηνιαίο προεκλογικό παιχνίδι (με μηνιάτικο πάντως που θα φτάσει στα δώδεκα δισ.) θα βγει πολιτισμένο. Προς απόδειξη αντιγράφω από το «Βήμα» της περασμένης Κυριακής: «Σχεδόν σε τίποτε δεν θα θυμίζουν οι εκλογές αυτές τις εκλογές των παρελθόντων ετών. Στόχος του κυβερνώντος κόμματος είναι να επιβάλει ένα νέο ύφος και ήθος της προεκλογικής εκστρατείας, που θα αποκλείει τις μεγάλες και πολυδάπανες προεκλογικές συγκεντρώσεις, τη ρύπανση του περιβάλλοντος από τα τεράστια αεροπανό, τις αφίσες και τις παντός είδους φιέστες των βουλευτών, γεγονότα που, εκτός των άλλων, εκτιμάται ότι θα επιφέρουν και σημαντική μείωση των εκλογικών δαπανών». Ας προστεθεί και η χαρμόσυνη είδηση ότι, τη φορά αυτή, μικρό ρόλο θα παίξουν οι μεγαφωνικοί μονόλογοι του μπαλκονιούΩ μεγαλύτερο και σημαντικότερο οι νηφαλιότεροι, έντονοι έστω, αντίλογοι των αντιπάλων στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Οπερ δει δείξαι. Και απλοελληνιστί: να το δούμε και να μην το πιστέψουμε. Και το σημαντικότερο: μεγάλα και μικρά κόμματα επαγγέλλονται πως στις εκλογές αυτές θα σπάσουν τον στενό κομματικό και πελατειακό τους κλοιόΩ πως θα δεχτούν, τόσο στις μάχιμες λίστες τους όσο και στο τιμητικό Ψηφοδέλτιο Επικρατείας, πολίτες, διανοούμενους και ακαδημαϊκούς, οι οποίοι, για λόγους ακριβώς πολιτικής αξιοπρέπειας, έμειναν ως τώρα μακριά και έξω από το πολιτικάντικο παιχνίδι. Από το στόμα τους και στου Θεού το αφτί! Αναρωτιέμαι μόνον: ποιοι και πόσοι τέτοιοι ακατανάλωτοι πολίτες πράγματι διατίθενται, που τώρα προθυμοποιούνται ανιδιοτελώς να αναλωθούν; Θέλω να πω πως: ο τρόπος που κύλησε ο κοινοβουλευτικός μας και, γενικότερα, ο πολιτικός μας βίος από το '74 και ύστερα επέφερε, κοντά στα άλλα, και μια ζημιά, που ενδέχεται να αποδειχτεί αθεράπευτη. Δεν άφησε δηλαδή να αναπτυχθεί, μέσα, έξω και γύρω από τα κόμματα, ένας ευρύτερος και στοχαστικότερος πολιτικός λόγοςΩ και, βέβαια, με σπάνιες ίσως εξαιρέσεις, δεν ανέδειξε μια νέα μαγιά διανοούμενων πολιτών, που θα μπορούσαν τώρα να ανταποκριθούν στο πιο ανοιχτό πολιτικό προσκλητήριο. Μακάρι να κάνω λάθος και να διαψευστώ. Οψόμεθα. Πράξη και λόγος H πρόσφατη βάρβαρη δολοφονία των Τούρκων στην πράσινη ζώνη της μαρτυρικής και σπαραγμένης Κύπρου, που κόστισε τη ζωή δύο νέων ηρώων, επαναθέτει νομίζω το πρόβλημα αντιστοιχίας πράξης και λόγου στις οριακές αυτές περιπτώσεις. Δεν αγνοώ ότι και εδώ το πάνω χέρι το είχε, όπως συμβαίνει κατά κανόνα τα τελευταία χρόνια, η φωτογραφική και τηλεοπτική εικόναΩ η οποία ωστόσο εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να προσφύγει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και στον ρηματικό υπομνηματισμό. Καιρός λοιπόν να στοχαστούμε κάπως τι λογής λόγος παράγεται κάθε φορά, για να καλύψει την, προσωπική ή συλλογική, πατριωτική αυτοθυσία. Θα μπορούσε κάποιος εύκολα να μοιράσει τη ρηματική αντίδραση στο εσκεμμένο φονικό, με οδυνηρή αφορμή και το προχθεσινό θανάσιμο παράδειγμα. Προέχει ο πληθωρικός λόγος της πολιτικής, της διπλωματίας και της δημοσιογραφίας, που τρέχει πίσω από τα τραγικά γεγονότα, για να τα φτάσει και να τα πιάσει, τελικώς: για να τα αναλώσει. Υπάρχει ο δικός μας και ο ξένος λόγος, που σπάνια ισορροπούν μεταξύ τους, καθώς ο δεύτερος είναι συνήθως υποκριτικός και μας αφήνει λίγο πολύ ακάλυπτους ­ παρά ταύτα κάθε φορά τον αναζητούμε με αγωνία και την κρυφή ελπίδα πως θα μπορούσε επιτέλους να συμμαχήσει μαζί μας. Μοιράζεται ακόμη ο λόγος μας σε βιαστικό και πρόχειρο, σε στοχαστικότερο και πιο υπομονετικό, ας πούμε: σε ρητορικό και ποιητικό, με την πιο ουσιαστική σημασία της λέξης. Επιμένω σ' αυτές τις προφανείς διακρίσεις, όχι μόνον επειδή ο ένας λόγος συμπληρώνει τον άλλο, αλλά και γιατί καθένας ελέγχει τον διπλανό και τον αντικρινό του. Μου κάνει πάντως βαθιά εντύπωση, που τις μέρες αυτές κανένας δεν φαίνεται να θυμήθηκε τον λόγο κυπρίων και φιλοκύπριων ποιητών (του Κυριάκου Χαραλαμδίδη λ.χ. ή του Σεφέρη), που η φωνή τους σχίζει την αυλαία της αισθηματικής ρητορείας και δείχνει τις βαθύτερες, ιστορικές και ανθρώπινες (δεν λέω επίτηδες: ανθρωπιστικές), ρίζες ενός δράματος που συνεχίζεται τόσα χρόνια στο νησί της Κύπρου. Αλήθεια ποιος άλλος ποιητής μας μίλησε για την κυπριακή τραγωδία σπαραχτικότερα και πιο θαρραλέα από τον Σεφέρη των κυπριακών του ποιημάτων; Φέρνω στον νου μου τη «Σαλαμίνα της Κύπρος», όπου σμίγει η φωνή του ποιητή με τις φωνές του Μακρυγιάννη και του Αισχύλου. Αντιγράφω εκείνους τους στίχους, που φαντάζομαι θα κολλούσαν καλά στα χείλη των δύο νέων που δολοφονήθηκαν προχτές, και πάντως θα ήταν το πιο σεβαστικό μνημόσυνό τους, καθώς εδώ ο ηρωισμός της πράξης βρίσκει έναν λόγο που δεν τον ευτελίζει: «Η γης δεν έχει κρικέλια / για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν / μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι, / να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι. / Και τούτα τα κορμιά / πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν, / έχουν ψυχές. / Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν, / δεν θα μπορέσουνΩ μόνο θα τις ξεκάμουν / αν ξεγίνονται οι ψυχές. / Δεν αργεί να καρπίσει τ' αστάχυ / δεν χρειάζεται μακρύ καιρό / για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι, / δεν χρειάζεται μακρύ καιρό / το κακό για να σηκώσει το κεφάλι, / κι ο άρρωστος νους που αδειάζει / δεν χρειάζεται μακρύ καιρό / για να γεμίσει με την τρέλα, / νήσός τις έστι...». Κάπου εκεί βρισκόμαστε ξανά, ή και πιο κάτω στον κατήφορο. Κι οι Κύπριοι το ξέρουν από εμάς καλύτερα. Τουλάχιστον όσοι δεν μπερδεύονται με τους πολιτικάντηδες κάθε λογής, μέσα και έξω από το νησί της Αφροδίτης. «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε / πώς έγινε τούτο το φονικόΩ την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια...». Τα τέσσερα Τελευταίες μέρες του Ιουλίου, με το δέκατο τρίτο φεγγάρι της χρονιάς, ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ κυκλοφόρησε τέσσερα καινούργια βιβλία τουΩ έργα τυπογραφικής χειροτεχνίας, όπου σμίγουν και ισορροπούν ο μόχθος και η αγάπη, η φροντίδα για τα γράμματα και τα γραφόμενα της γλώσσας μας. Τα διάβασα και τα τέσσερα (κανένα τους δεν ξεπερνά τις εβδομήντα σελίδες) στην Τράπεζα της Αχαΐας, μέρες ζεστές του Αυγούστου, με τη σειρά που μου υπαγόρευσε το ένστικτό μου. Ετσι και τα συστήνω εκθύμως: Μάγδα Τσιρογιάννη «Χρονογραφία»Ω Κλαίρη Μητσοτάκη «FLΟRΑ ΜΙRΑΒΙLΙSΩ Στέλλα Παναγιωτοπούλου «Τότε τον είδα για πρώτη φορά...»Ω Γιώργος Μπουρνιάς «Απόσπασμα». Ο χώρος δεν επιτρέπει αναλυτικές εντυπώσειςΩ θα μείνω λοιπόν στη γενική μου αίσθηση. Κανένα από τα τέσσερα κείμενα δεν μου φάνηκε περιττό ­ και δεν το λέω με συγκατάβαση, εννοώντας πρώτα την ανθρώπινη και ύστερα τη συγγραφική αναγκαιότητά τους. Κανένα τους δεν είναι, σκόπιμα ή άσκοπα, αγοραίο, όπως συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με τα περισσότερα βιβλία μας ­ κυρίως τα πεζάΩ αντίθετα και τα τέσσερα γραφτά έχουν μια φυσική ευγένεια, καθόλου συμβατική, που πάει κόντρα στην επιδειξιακή βαναυσότητα. Και στα τέσσερα κείμενα η γλώσσα ανοίγεται σε πλάτος και βάθος, ανάλογα και με τον μύθο, δείχνοντας ρίζα, κορμό, κλαδιά και φύλλωμαΩ με την ανάσα πιο πολύ του προφορικού λόγου, και πάντως δίχως την εκζήτηση της εσκεμμένης γραφής. Η «Χρονογραφία» της Τσιρογιάννη εντοπίζεται με θηλυκή τρυφερότητα στην Κύπρο, πριν και μετά τον ασυλλόγιστο σπαραγμό τηςΩ έχοντας οδηγό της τον Λεόντιο Μαχαιρά. Στάζει ο «πόνος μνησιπήμων», που λέει και ο Αισχύλος. Η Παναγιωτοπούλου γράφει το πρώτο της βιβλίο, διχοτομώντας δύο φωνές που ψάχνονται από απόσταση. Μια γυναίκα που διαβάζει κι ένας άντρας που συγγράφει, στήνονται ο ένας απέναντι στον άλλο, σαν δυο παράλληλα κάτοπτρα που παραμορφώνουν τα είδωλά τους. Οι φιλύποπτοι μπορεί να μιλήσουν και για καλό ρομάντζο. Γιατί όχι; Ο Μπουρνιάς με το «Απόσπασμά» του (πεζογραφημένο ποίημα, που κατ' εξαίρεση στιχουργείται) προσγειώνεται και απογειώνεται με τρόπο λίγο πολύ συνειρμικό και προπαντός μουσικό. Συστρέφεται γύρω στον φυσιοκρατικό λυρισμό, συσχετίζοντας τα σήματα και τα σύμβολά του, όπως το θέλει ο Σολωμός και θα το ήθελε ο πιο καλός Ελύτης. Στη μέση αυτού του ευδαιμονικού κύκλου μια κηλίδα αίμα: ο σκοτωμένος που τον μαζεύει από τον δρόμο το ασθενοφόρο. Στο μεταξύ ένα παιδί τρέχει στο χωράφι, για να προλάβει τη δύση του ήλιουΩ μια βερυκοκιά χαρίζει φαγώσιμα βερύκοκαΩ πιο κάτω η λάσπη και η στάχτη, όπου φυτρώνει ο σπόρος του Μπέκετ αλλά και του Ευαγγελίου. Αφησα επίτηδες τελευταίο το βιβλίο της Κλαίρης Μητσοτάκη ­ ένα κείμενο περήφανο, σχεδόν ακατάδεχτο απέναντι στους εύκολους συρμούς της πεζογραφίας. Διαλεκτικό στην κρητική του γλώσσα, αλλά από μέσα, βαθιά χωνεμένη, οικονομικά αποσταγμένη. Σοφιλιασμένο σε μια διήγηση, που συμπλέκεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, με τον απόηχο μιας, αξόδευτης σε δύναμη, αγροτικής φωνής, που ξέρει μόνο να μιλά για ολόκληρα πράγματα και ακέραιες πράξεις. Η φωνή της συγγραφέα μαθητεύει σ' αυτό το πρότυπο, που το σχολιάζει χωρίς να το ακρωτηριάζειΩ βγάζοντας τον δικό της, παράλληλο στοχαστικό λόγο, ο οποίος στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εξομολογείται. Θα ήθελα κάποτε να γράψω περισσότερα γι' αυτό το ώριμο βιβλίο, το ωριμότερο κατά τη γνώμη μου της Κλαίρης Μητσοτάκη. Κυρίως για να διαλύσω πρόχειρες παρεξηγήσεις: πως τάχα, σε τελευταία ανάλυση, το κείμενο ηθογραφεί, έστω με μοντέρνο τρόποΩ πως δήθεν παρακολουθεί την κρητική μυθολογία του Καζαντζάκη, έστω και αντιστρέφοντας την οριζόντια γραμμή της σε κάθετο άξονα. Νομίζω πως σπάνια στα γράμματά μας το αρχετυπικό ζεύγος «ύπαιθρος - πόλη» βρήκε τέτοια λογοτεχνική αποτύπωση, σε ανθρωπολογικό και ιστορικό βάθος που θυμίζουν τη μεγάλη Χάννα Αρεντ. Γεντί Κουλέ H εντελώς αστόχαστη, ιουλιανή απόφαση του ΚΑΣ για αποκάθαρση του Γεντί Κουλέ από τα λείψανα της φυλακής και των φυλακισμένων, προκάλεσε δίκαιη οργή και έντονες διαμαρτυρίες των Θεσσαλονικέων ­ και όχι μόνον. Από τα πολλά διαμαρτυρικά κείμενα που ακούστηκαν και δημοσιεύτηκαν στο μεταξύ, ξεχωρίζει, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο του συναδέλφου Γ. Π. Λάββα («Επταπύργιο - Γεντί Κουλέ, Ακρωτηριασμός μνήμης», «Καθημερινή» 28-7-96) για τον πολιτισμένο τόνο του, την περιγραφική του ακρίβεια και την αδιάσειστη επιστημονική του τεκμηρίωση. Με τους όρους αυτούς η δική μου, κατ' ανάγκην όψιμη, παρέμβαση μπορεί να περιττεύειΩ με δεδομένη μάλιστα και δημοσιευμένη, σε ανύποπτο χρόνο, την απερίφραστη γνώμη μου για τον απόλυτο σεβασμό του φυλακισμένου χώρου αλλά και την κατάλληλη εφεξής πολιτιστική του χρήση. Στο τελευταίο τούτο σημείο επανέρχομαι σήμερα: για να θυμίσω την πρώτη ανάλογη δοκιμή που έγινε στο παρελθόνΩ για να διατυπώσω δημοσίως νέα σχετική πρόταση, κατατεθειμένη ήδη στους αρμόδιους της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Προηγούνται κάποιοι προσωπικότεροι υπαινιγμοί για την τραυματική αποτύπωση του Γεντί Κουλέ στα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά μας χρόνια. Αν άλλοι μεγάλωσαν και μετρούσαν το μπόι τους στη βεράντα της Μυκόνου, άνθρωποι της τάξης, της γενιάς και της ηλικίας μου έζησαν την κατοχή, τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή ασφυξία στα τουρκόσπιτα της Ακρόπολης. Ετσι το Επταπύργιο (μέσα κι έξω, κάστρο και φυλακή) υπήρξε γι' αυτούς εξ επαφής καθημερινό σήμα και σύμβολο της δίσεχτης εκείνης εποχής, στην οποία κόλλησε και η επτάχρονη δικτατορία με τις δικές της οδυνηρές εμπειρίες. Και προχωρώ στα υπεσχημένα ­ πρώτα στη δοκιμή. Είχαν αδειάσει πια οι φυλακές του Επταπυργίου, όταν, καλοκαίρι του '90, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος δίδαξε εκεί, με δική μου πρωτοβουλία, την «Ερωφίλη» του Χορτάτση και τα «Οράματα και Θάματα» του Μακρυγιάννη ­ αντιστοίχως στην αυλή των ανδρών και των γυναικών. Η αίσθηση τότε εκείνων που σεμνά παρακολούθησαν τα δύο προγράμματα, διασχίζοντας τον σκοτεινό διάδρομο του «επισκεπτηρίου» και αφήνοντας στα αριστερά τους τα φριχτά κελιά της απομόνωσης, υπήρξε κατά γενική ομολογία συγκλονιστική. Η προηγούμενη δοκιμή έγινε στο μεταξύ έμμονη ιδέα και προκαλεί τώρα τη νέα πρόταση. Παραμένοντας αναλλοίωτος ο αύλειος χώρος του Γεντί Κουλέ, προτείνεται να υποδεχτεί: α) την οδυσσειακή «Νέκυια»Ω β) συμπλεκόμενα αποσπάσματα από τον σοφόκλειο «Αίαντα» και από τον ομώνυμο μονόλογο (τελευταίο τραγικό πόνημα, αν είμαι καλά πληροφορημένος) του Χάινερ ΜύλλερΩ γ) την «εποχή της ήττας» (κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακή δεξιά, επτάχρονη δικτατορία) με αντιπροσωπευτικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, αλλά και ανάλογα εικαστικά και μουσικά παραδείγματα. Τόσο η υπόμνηση της πρώτης δοκιμής όσο και η δημόσια προβολή της νέας πρότασης γίνονται για να υποστηριχθεί εμπράκτως η αμετακίνητη επιμονή μας: να μείνουν οι φυλακές του Επταπυργίου ανέπαφες και, με το αποθεματικό της οδυνηρής μνήμης τους, να προσφέρουν στο κοινό, αναντικατάστατα άλλως πως, πολιτικά και πολιτιστικά ερεθίσματα. Ο Γ. Π. Λάββας περατώνει ως εξής το ωφέλιμο άρθρο του: «Να ελπίσουμε ότι νηφαλιότερες σκέψεις θα οδηγήσουν στην αποφυγή μοιραίων σφαλμάτων; Ηδη οι δηλώσεις του Υπουργού Πολιτισμού (μετά την απόφαση του ΚΑΣ) για αναπομπή του θέματος δημιουργούν κλίμα αισιοδοξίας». Μακάρι η αισιοδοξία αυτή να επαληθευτεί. Ως τότε όμως χρειάζεται συνεχής επαγρύπνηση. Θανατοφιλικά O αδόκητος και άδικος χαμός τής, χαρισματικής στο είδος της, Αλίκης Βουγιουκλάκη συνέπεσε: αφενός με την αμφίβολη και αινιγματική αυτοκτονία του αναρχικού Μαρίνου στην καμπίνα ενός πλοίουΩ αφετέρου με τον εκούσιο θάνατο ένδεκα, μέχρι στιγμής, αντιφρονούντων πολιτικών κρατουμένων στις τουρκικές φυλακές, οι οποίοι, διαμαρτυρόμενοι για τις βάναυσες συνθήκες του εγκλεισμού τους, κήρυξαν εξοντωτική απεργία πείνας. Επιμένω στη σύμπτωση, επειδή επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, να εκτιμηθούν και να συγκριθούν οι διακυμάνσεις της κοινής ευαισθησίας απέναντι σε τρία θανάσιμα παραδείγματα, τα οποία, παρά τις άλλες ουσιώδεις διαφορές τους, συγκλίνουν μεταξύ τους τουλάχιστον ως προς τη δημόσια σημασία τους. Θέλω να πω ότι, αν στις τρεις αυτές ομόλογες περιπτώσεις η ευαισθησία της κοινής γνώμης αποδεικνύεται ετεροβαρής, διαβάλλονται εξ αποτελέσματος το εύρος και το βάθος της. Για να μην παρεξηγηθώ: δέχομαι ότι ο θάνατος της Αλίκης συγκίνησε πράγματι και εύλογα το πανελλήνιο ­ προπάντων το αθηναϊκό κοινό, που είχε την ευκαιρία να παραστεί στην πρόθεση και την εκφορά μιας ηθοποιού εθνικής εμβέλειας, σταθερής νεανικής γοητείας, επαγγελματικής συνέπειας, αλλά και ατομικής ευφυΐας ­ κυρίως εκτός σκηνής και κινηματογραφικής οθόνης. Παραμένουν ωστόσο αδήλωτοι οι βαθύτεροι λόγοι της πανελλήνιας αυτής συγκίνησης, οι οποίοι μικρή ή ελάχιστη σχέση φαίνεται να έχουν με όσα επ' αυτού ομολόγησαν και προέβαλαν, κατά κανόνα υπερβολικά, ο Τύπος και τα ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Γιατί, εξωθώντας την προηγούμενη υποψία στα άκρα της, θα μπορούσε κάποιος, κακόπιστα έστω, να θεωρήσει ότι ο ελληνικός (ακριβέστερα: ο αθηναϊκός) λαός παρουσιάζει τον τελευταίο καιρό έκδηλα συμπτώματα θανατοφιλίαςΩ η οποία ευνοήθηκε και από τους αλλεπάλληλους θανάτους επιφανών προσώπων της πολιτικής και του πολιτισμού μας, που, καθένα με τον τρόπο του, είχαν γίνει, αποδεκτά ή επίμαχα, σύμβολα ήδη όσο ζούσαν. Δεν πρόκειται να αναλύσω εδώ το νόημα της θεαματικής αυτής θανατοφιλίας, δηλωμένης με δάκρυα και χειροκροτήματα, που ενδέχεται όμως να υποκρύπτει και φιλόζωη ικανοποίηση των επιζώντων, όταν βλέπουν ότι ο θάνατος δεν εξοντώνει μόνο τους κοινούς θνητούς. Προφανώς η θανατόφιλη αυτή όρεξη δεν εξαντλεί το περιεχόμενο της, ασφαλώς πολυπλοκότερης, συγκίνησης του κοινού σε ανάλογες περιπτώσεις ­ μιας συγκίνησης πάντως που θεατροποιείται στο έπακρο από την εισβολή και της τηλεόρασης στον χώρο της επικήδειας και επιτάφιας τελετουργίας. Φοβούμαι ωστόσο πως, αν συνεχιστεί με τον ίδιο πυκνό ρυθμό και την ίδια ένταση η τηλεοπτική αυτή συγκινησιακή μας εκτόνωση, σε λίγο θα απαιτούμε ανά μήνα και από έναν διάσημο θάνατο. Γι' αυτό ακριβώς αξίζει να μετρηθεί η όποια κοινή ευαισθησία μας απέναντι και στα δύο άλλα θανάσιμα παραδείγματα που περιέβαλαν τον θάνατο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, καθένα από τα οποία προκαλεί ασφαλώς άλλου είδους πολιτικούς και ανθρωπιστικούς συνειρμούς. Για να γίνω σαφέστερος: αναμένονται υπεύθυνες, ατομικές και συλλογικές, αντιδράσεις πρώτα για τον αμήχανο τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν οι διωκτικές αρχές την, υποθετική προς το παρόν, αυτοκτονία του ΜαρίνουΩ ύστερα, και κυρίως, για τα πολιτικά θύματα των τουρκικών φυλακών, στην περίπτωση των οποίων παραβιάζονται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, υπό τα όμματα μάλιστα των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά και της Ομοσπονδιακής Αμερικανικής Κυβέρνησης, που έχουν επιλέξει στην προκειμένη περίπτωση τον βολικότερο ρόλο του Ποντίου Πιλάτου. Αλλιώς, αν για τα δύο αυτά, δημόσιας σημασίας, θανάσιμα κεφάλαια αποδειχτεί η εθνική μας ευαισθησία υποτονική ή και μηδενική, δικαιούται κάποιος να συμπεράνει ότι ενδίδουμε εύκολα στην ομαδική συγκίνηση των δακρύων και των χειροκροτημάτων μπροστά στις διάσημες και θεαματικές κηδείες, παραμένουμε όμως επιφυλακτικοί και πρακτικώς ασυγκίνητοι, όταν και όπου ο φονικός και αυτοκτονικός θάνατος χτυπά βάναυσα τη διπλανή μας πόρτα. Υ.Γ.: Οι επικείμενες διακοπές ενέχονται για την πρόωρη σύνταξη του Πολιτιστικού αυτού ΜονοτόνουΩ ως εκ τούτου τα αναφερόμενα στοιχεία στα πολιτικά θύματα των τουρκικών φυλακών έχουν στο μεταξύ κάπως μεταβληθεί, με τον στοιχειώδη συμβιβασμό που έγινε. Παρά ταύτα η ουσία του θέματος δεν αλλάζει. Η γκαστρωμένη γλώσσα Δεν είναι μόνον η «Ολυμπιακή», που με τις (εαρινές, θερινές, φθινοπωρινές και χειμερινές) ατασθαλίες της μας κάνει εθνικώς και διεθνώς ρεζίλι, όπως ευθαρσώς και οργίλως αποκάλυψε ο αρμόδιος υπουργός. Το 'χει φαίνεται το ένδοξο όνομαΩ γι' αυτό και τα τρελά και κουφά που προγραμματίζονται, αρχές Αυγούστου, στο περίβλεπτο ιερό από τον «Οργανισμό για τη Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας», εν όψει του Γ΄ Παγκοσμίου Γλωσσικού Συνεδρίου. Την περασμένη Κυριακή άνοιξα τον σχετικό φάκελο, αποτυπώνοντας τη γλωσσική υστερία του Κυρίου Χρήστου Σαρτζετάκη, η οποία προβάλλεται, με αξιωματική έμφαση, στο συνοδευτικό του Συνεδρίου τεύχος του περιοδικού «Ελληνική, Διεθνής Γλώσσα». Συνεχίζω σήμερα ανθολογώντας, σχεδόν στην τύχη, και άλλα μαργαριτάρια της άθλιας και διασκεδαστικής αυτής έκδοσης: 1. Πρώτα από το editorial, που το υπογράφει, με το πανεπιστημιακό κύρος του, ο πρόεδρος του εν λόγω Οργανισμού, επίκουρος καθηγητής, κ. Παναγόπουλος Ανδρέας: «Χρειάζεται όμως πρώτα να δείξουμε πειστικά ότι η ελληνική γλώσσα (με περισπωμένη παρακαλώ), στο λεξιλόγιο τουλάχιστον (με κορωνίδα παρακαλώ), γονιμοποίησε τόσο γόνιμα τον παγκόσμιο λόγο» (σ. 219). Ιδού λοιπόν που, διπλασιασμένη, η γονιμική μας ικανότητα δεν περιορίζεται πια στην Ευρώπη και στην ΑμερικήΩ τα σπέρματά της εξαπλώνονται παγκοσμίως ­ σε λίγο, υποθέτω, θα εκτοξευθούν και στους συμπαντικούς Γαλαξίες (αφού και αυτή η λέξη είναι ελληνική). 2. Απόσπασμα από το περισπούδαστο δοκίμιο «Ελληνική Γλώσσα και Ευρωπαϊκή Ενωση» της ιστορικού - αρχαιολόγου Καλλιρρόης Λάλα - Νίκολη: «(...) δεν υπάρχουν μικρές γλώσσες ούτε ασήμαντες. Και εάν επιχειρήσουμε να ορίσουμε την Ευρωπαϊκή ταυτότητα, θα αντιληφθούμε ότι είναι μια ζεύξη κάθε γλώσσας και Ευρωπαϊκής αισθητικής, και με τον όρο Ευρωπαϊκή αισθητική, εννοούμε λογοτεχνία, πολιτική, ρητορική κ.ά. με την κοινωνικολεκτική απαίτηση της γλώσσας» (σ. 221). Αυτό θα πει γλωσσολογική εμβρίθεια και Ελληνικά που παραπέμπουν στις ρίζες μας. 3. Παράθεμα από το αρχαιόγλωσσο άρθρο «Περί της ημετέρας ελληνικής κλασικής γλώσσης συλλογισμός τις», που το υπογράφει ο Αριστείδης Πολιάναξ, «ο λεγόμενος Juan Jose Ρujiana Αrza»: «Καθώς και έλεγον εν τη διαλέξει μου της Καβάλας:... δυνάμεθα και οφείλομεν ειπείν, ου το αμαρτάνειν φοβούμενοι, ότι η Ελλάς προς το την δυτικήν ημών ουσίαν ξυννοήσαι αναφορά αναπόφευκτός εστιν» (σ. 237). Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει η προγραμματική δήλωση στην πρόσκληση του Γ΄ Γλωσσικού Συνεδρίου ότι «ως γλώσσα του ορίζεται η Ελληνική (στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση)». 4. Σπάραγμα από το ένθεο κείμενο του Ανδρέα Μακρίδη, φιλολόγου Κυπρίου, από τη Λεμεσό, υπό τον τίτλο «Η πλαστικότητα και ο δυναμισμός της ελληνικής Γλώσσας»: «Η γλώσσα μας (με περισπωμένη πάντα) ζωντανή και ακμαία, σφύζουσα από γλωσσικούς χυμούς και πάθος, ως η γλώσσα της αιώνιας νεότητας και όχι ως ξύλινη ή απολιθωμένη γλώσσα, βρίσκεται ανελλιπώς εγγαστρωμένη ­ διά βίου ­ γεννοβολώντας μυριάδες νεάζουσες και αγέραστες λέξεις, τροφοδοτώντας γενναιόδωρα τις εκάστοτες γλωσσικές αναγκαιότητες. Την γκαστρώνουν και τεκνοποιούν μαζί της οι ποιητές μας, οι λογοτέχνες και οι επιστήμονες, ο απλός λαός, η πρόοδος, η ελληνική φύση με επίκεντρο πάντοτε το Αιγαίο και το φως, η Ιστορία και οι αγώνες μας, οι δουλειές και οι ασχολίες μας, ο απύθμενος ψυχισμός μας» (σ. 250). Πού είσαι, Γεώργιε Παπαδόπουλε, να αποθαυμάσεις τους γλωσσικούς θαυμαστές σου! Οχι, δεν πρόκειται, όπως θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί, για εφευρημένα ανέκδοτα προς ανακούφιση όσων η λιτότητα τους αφαιρεί φέτος τις θερινές διακοπές. Και είναι πολύ πιθανόν ότι το επερχόμενο Γ΄ Παγκόσμιο Γλωσσικό Συνέδριο του Αυγούστου θα χρηματοδοτηθεί και από το δημόσιο ταμείο, έχοντας εξασφαλίσει ήδη την προεδρική αιγίδα. Οσο για τις ιδιωτικές, ιδρυματικές και εκκλησιαστικές συνεισφορές, αυτές αναγράφονται δι' επιστολών στις σελίδες 256-258 του επαίσχυντου διαφημιστικού τεύχους. Συμπέρασμα: Ο Θεός να βάλει το πόδι του. Λαθραίες αθλιότητες Χαράς ευαγγέλια, και μάλιστα ολυμπιακής! Προς απόδειξη αντιγράφω επακριβώς από πρόσκληση του «Οργανισμού για τη Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας», συνταγμένη στις 19.6.96, υπογεγραμμένη από τον φερόμενο ως πρόεδρό του, επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Παναγόπουλο Ανδρέα, και τον γενικό γραμματέα του κ. Παυλάκο Γεώργιο, πτυχιούχο ηλεκτρονικό μηχανικό ΤΕ: «Οι όμιλοι για τη Διάδοση - Διεθνοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας Ελλάδος (sic), Αυστραλίας και Κύπρου, διοργανώνουν το Γ' Παγκόσμιο Γλωσσικό Συνέδριο από 7-10 Αυγούστου 1996, στην Αρχαία Ολυμπία, με την ευκαιρία της πρώτης εκατοταεντηρίδας από την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων (1886-1996). Στο συνέδριο, το οποίο τελεί υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου κ' (sic) έχει ως θέμα: "Πώς η Ελληνική Γλώσσα γονιμοποίησε τον παγκόσμιο λόγο", προσκαλούνται διακεκριμένες προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που ασχολούνται με την Ελληνική Γλώσσα, στην πορεία της από την αρχαιότητα έως σήμερα (...). Ως γλώσσα του συνεδρίου ορίζεται η Ελληνική, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση (sic!)». Στην Ολυμπία, λοιπόν, παγκόσμιο ελληνογλωσσικό ρεκόρ, με μεγάλη δόση επαρχιακής μεγαλομανίας. Αν το πράγμα σταματούσε εδώ, μέτριο το κακό. Υπάρχουν όμως και πρόσθετα στοιχεία σ' αυτή την Ολυμπιάδα, που της εξασφαλίζουν μάλλον διεθνή γελοιοποίηση. Και τούτο στο όνομα του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος ασφαλώς δεν ενημερώθηκε επαρκώς, όταν δέχτηκε να θέσει υπό την αιγίδα του το Γ' Παγκόσμιο Γλωσσικό Συνέδριο. Γιατί η πρόσκληση συνοδεύεται από το έκτο τεύχος (Απρίλιος - Ιούνιος 1996) περιοδικού αφόρητης ακαλαισθησίας, με άφθονα, τυπογραφικά και μη, λάθηΩ τα περιεχόμενα του οποίου αποκαλύπτουν ανενδοίαστα το εύρος και το βάθος τόσο της επιστημονικής όσο και της ιδεολογικής αθλιότητας του αυγουστιάτικου ολυμπιακού συνεδρίου. Τίτλος του περιοδικού: Ελληνική, διεθνής γλώσσα, μια εκατονταετία σύγχρονων Ολυμπιάδων, 1896-1996. Στο κάτω μέρος του εξωφύλλου, παραπλεύρως του σκιτσαρισμένου Παρθενώνα, ο τίτλος τυπωμένος και αγγλιστί: Greek an international language. Επεται, κεφαλαιογράμματη πάντα, η συστατική επιγραφή: Οργανισμός για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Στο verso εξάλλου του εξωφύλλου φιλοξενείται με ημίμαυρα στοιχεία, προφανώς ως προγραμματικό κείμενο αξιωματικών αρχών, επιστολή του Κυρίου Χρήστου Α. Σαρτζετάκη προς την «αξιότιμη κυρία Ευσταθίου», γραμμένη σε ανύποπτο χρόνο (26η Ιουνίου 1995). Στη χαριτόβρυτη αυτή επιστολή ο Πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας απαγγέλλει διθύραμβο για το μνημειώδες, υποτίθεται, έργο της Ευσταθίου, ο τίτλος του οποίου συμπτωματικώς προεξαγγέλλει το θέμα του Γ' Παγκοσμίου Γλωσσικού Συνεδρίου σχεδόν αυτολεξεί: Πώς η ελληνική γονιμοποίησε τον ευρωπαϊκό λόγο. Περί αυτού λοιπόν πρόκειται, και επ' αυτού ο Κύριος Χρήστος Σαρτζετάκης ελληνοπρεπώς αποφαίνεται: «Το βιβλίο σας με καταγοήτευσε. Και ως σύλληψις και ως σύνθεσις και ως παρουσίασις (το τελευταίο με την λαμπρήν εισαγωγή του) πνευματικό πόνημα αυθεντικώς επιστημονικό, το βιβλίο σας εκπληρώνει συγχρόνως και αλαλήτως και υψίστην εθνικήν αποστολήν: διότι διατρανώνει προς κάθε κατεύθυνσι απροσμαχήτως το πνευματικό μεγαλείο του Ελληνισμού, με την υπόμνησι της παμμεγίστης οφειλής των, καθυστερημένως, ήδη "πολιτισμένων" αλλοφύλλων (sic) προς το τόσο κατατρεγμένο Γένος [...]. Με το "προς κάθε κατεύθυνσι" υπαινίσσομαι, ασφαλώς πλεοναστικώς, και τους εγχώριους ποικίλους ταγούς μας, ιδίως δε, μεταξύ αυτών τους "πνευματικούς" μας (με εισαγωγικά) αρουραίους (χωρίς εισαγωγικά)». Αφεριμ! Ούτω πως διεθνοποιείται ασφαλώς η ελληνική γλώσσα «από την αρχαιότητα έως σήμερα». Θα συνεχίσω όμως. Στο μεταξύ ελπίζω να ειδοποιηθεί η Γραμματεία της Προεδρίας της Δημοκρατίας, για να αφαιρέσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εγκαίρως την αιγίδα του από το ολυμπιακό αυτό Παγκόμιο Γλωσσικό Συνέδριο.