Δημήτρης Ηραίος Δίανθοι Ανοιξιάτικη Νύχτα Έπαψ' ο ήλιος να φωτάει η μέρ' απόστασε και πάει. Σούρουπο έρχεται και δείλι Μάρτη και Μάη και Απρίλη. Τ' αστέρια βγήκαν απ' τον ύπνο με το Φεγγάρι κάνουν δείπνο. Φυτρώνουν στ' Ουρανού τη γλάστρα και τόνε ντύνουνε στα άσπρα. Φόρεσε τα καλά η Πούλια στολίστηκαν τα νυχτοπούλια. Άναψαν τον Αποσπερίτη στου στερεώματος το σπίτι. Φώτα πλημμύρισαν την πόλη άνθρωποι χαίρονται τη σχόλη. Άρχισ' ο Έρωτας τη βόλτα χτυπάει των ζευγαριών την πόρτα. Μιλάει με τις αγνές ψυχές τους και κρυφακούει τις ευχές τους. Πήγαν για ύπνο τ' αηδόνια δώσαν το πάλκο στα τριζόνια. Βγήκαν σεργιάνι τα βατράχια στης λίμνης τα μικρά τα βράχια. Σε ρυάκια και βουνά και δάση τραγούδια άρχισε η πλάση. Το φόρεμα το γαλανό της μάζεψ' η θάλασσ' από 'μπρός της. Άπλωσε πάνω της καθρέφτη ο Γαλαξίας για να βλέπει. Λάμπει το κύμα στ' ακρογιάλι πίσω απ' την άμμο ξεπροβάλλει. Το ποταμάκι που κυλάει γλυκά τα νούφαρα φιλάει. Μέσα στους θάμνους και τα δέντρα πιάσαν τ' αερικά κουβέντα. Με ασημόσκονη τα ντύνει η φωτοδότρα η Σελήνη. Σε νυχτολούλουδα χιλιάδες αχνοχορεύουν οι νεράιδες. Θαρρείς ξημέρωσεν ο κάμπος απ' του Ωρίωνα το θάμπος. Ω, μα τι Νύχτα είναι κι ετούτη! Φοράει της Άνοιξης τα πλούτη. Γειά σου βραδάκι ονειρεμένο αύριο καλύτερο περιμένω. Σβήνει σε λίγο το μεθύσι φεύγει της νύχτας το μελίσσι. Κίνησε κι η Αυγή να φέρει του ξημερώματος τ' Αστέρι. Δημήτρης Ηραίος Δίανθοι Νυχτερινή Βροχή Δάκρυ-διαμάντι τ' ουρανού, νυχτερινή βροχή μου, ανθίζεις την ψυχή μου και ξεγελάς το νου. Ταξίδι παν οι έγνοιες μου στα φωτεινά σου ρυάκια, ψάχνοντας τα παλάτια που έχασαν οι μέρες μου. Στην ασημένια λάμψη σου τις συννεφιές μου αλλάζω κι ολόγυρα θαυμάζω τα μαγεμένα κάλλη σου. Βλέπω τη νύχτα να φορά για σένα τα καλά της μέσα στην αγκαλιά της η φύση ξαγρυπνά. Πίσω απ' τα νεφελώματα κρυφοκοιτάζουν τ' άστρα Σελήνη ξελογιάστρα, πού βρίσκεις τόσα χρώματα; Μέθυσαν τα τριαντάφυλλα απ' τις γλυκές σταγόνες, γελούν κι οι ανεμώνες στις γλάστρες, στα παράθυρα. Οι στεριανοί κρυβόμαστε μήπως και μας αγγίξεις κι ύστερα, όλο τύψεις, στη χάρη σου αφηνόμαστε. Το λάγνο σου τραγούδισμα στις στέγες των σπιτιών μας τις κόρες των ματιών μας βαραίνει, σα νανούρισμα. Άγγιγμα-χάδι τ' ουρανού, νυχτερινή βρoχή μου, μιλάς με την ψυχή μου, λήθη κερνάς το νου. Δημήτρης Ηραίος Ίμεροι Αφιερωμένο στον μεγάλο Οδυσσέα Ελύτη Στα Ρω του Έρωτα Στα βάθη της ψυχής μου τ' ανημέρωτα ελπίδα Φωτεινή Τα Ρω του Έρωτα. Την ποίηση ποτέ μου δε συμπάθησα δε μ' άγγιξε καθόλου κι ας προσπάθησα. Το νόημά της δεν πολυκατάλαβα σ' αυτά που εξυμνεί όμως μετάλαβα. Του Έρωτα τα Ρω ήλθαν και μ' άλλαξαν την έρημό μου μ' όαση αντάλλαξαν. Της Άνοιξης το νόημα με δίδαξαν άγαλμα τη ζωή μέσα μου σμίλεψαν. Διάβασα κρίνο, αΐλανθο και μύρισα βουνό μαζί τους εταξίδεψα σε γη και ουρανό. Της θάλασσας τ' αφρόκυμα αγάπησα τον ήλιο στην καρδιά μου εζωγράφισα. Στον Έρωτα τη νιότη βρήκα μάγισσα κολύμπησα μαζί της και ναυάγησα. Τα Ρω των αστεριών ήλθαν και μ' έσωσαν στο φως του Οδυσσέα με παρέδωσαν. Τραγούδι γιορτινό μού 'ρθε στα χείλη του Ελύτη το Θαλασσινό Τριφύλλι. Μπήκα στον πειρασμό και τόνε ρώτησα πώς την ψυχή μου θά 'κανα αρχόντισσα. - Της φύσης και του έρωτα μεγάλε ποιητή, πώς γίνετ' ένας άμουσος να ψυχογιατρευτεί; - "Πάψε για λίγο νά 'σαι τεχνοκράτης και γίνε των ονείρων σου διαβάτης Μίλα γλυκά κι ανάλαφρα στην Πούλια άκου σιγά τι λεν τα νυχτοπούλια Χόρεψε με τα ρυάκια και τα δάση άσε τ' αγέρι μέσα σου να φτάσει Της θάλασσας γλυκιά πες την αλμύρα των Εσπερίδων γύρεψε τα μήλα Κι ασπάσου της αγάπης τη γαλήνη που ο Θεός απλόχερα μας δίνει" Σήκωσα το κεφάλι μήπως και τόνε δω κρυφτούλι παίζει πάλι με τον Αυγερινό. Τ' αστέρια αγκαλιά τους τον κρατάνε κι αγριεύουν όταν άλλοι τον κοιτάνε. - Έλα Φεγγάρι, φώτισε κι ημέρω τα δώσ' τους να πιούνε απ' τα Ρω του Έρωτα. Μεθύσι φέρ' τους κι ύπνο μ' ασημόσκονη τον πήραν κι απομείναμε ολόμονοι. Βοήθα μας για λίγο να τον κλέψουμε κι όλο στολίδια θα τον επιστρέψουμε. Τα έργα του τ' αθάνατα γι' αντάλλαγμα, χρυσό θα σου χαρίσουμε και μάλαμα. - Φτωχά 'ναι τα δικά σας τα στολίσματα μίση γεμάτα, πάθη κι όλο πείσματα. Εμείς τ' αστέρια πρίγκηπα τον κάναμε δίπλα στο Γαλαξία τον εβάλαμε. - Το βασιλιά Ελύτη πολυζήλεψα πίστη, τιμή και δόξα τον εφίλεψα. Στον ουρανό που τον κρατά εζήτησα να τον προσέχει η Πούλια η βασίλισσα. Στα βράδυα τ' αδειανά και αξημέρωτα ελπίδα Φωτεινή τα Ρω του Έρωτα. Δημήτρης Ηραίος Ίμεροι Χωρίς Δισταγμό Κάποιας νεράιδας αγαπάω τ' ολόγλυκο χαμόγελό της, να λάμπει μέσ' το πρόσωπό της κάθεπου την κρυφοκοιτάω. Τα φεγγαρένια της τα μάτια την ευτυχία λες μου τάζουν, όποτε πάνω μου κοιτάζουν, του έρωτα, θαρρείς, παλάτια. Για μωρουδίστικα χεράκια θά 'θελα να της τραγουδήσω, στη ζεστασιά τους να με κλείσω και να της κλέψω δυο φιλάκια. Κι όταν τη νύχτα θα κοιμάται, το σώμα της κρυφά ν' αγγίξω προσεκτικά, μην την ξυπνήσω. Σσς... Αστεράκια μη μιλάτε. Άστε με να την πλησιάσω, να κλέψω λίγη απ' τη λάμψη που φλόγα μέσα μου έχει ανάψει και δε μ' αφήνει να διστάσω. Δημήτρης Ηραίος Ίμεροι Θαλασσόλογα Θάλασσα, γλυκιά, γαλάζια, με κοιτάζεις όλο νάζια, σαν με βλέπεις να κρατάω τη γοργόνα που αγαπάω. Μου γελούν τα κύματά σου, με χαϊδεύει η αντηλιά σου, τη γαλήνη σου μου τάζεις και το κύμα σου ησυχάζεις. Τα αφρόνερά σου κρίνο, με παρακαλούν να μείνω και μ' αγάπη να το κόψω στο φεγγάρι να το δώσω. Αχ, συγνώμη Θάλασσά μου, μου χαμογελά η κυρά μου! Μη ζητάς να σε προσέξω, θέλω δίπλα της να τρέξω. Ηλιοφέγγαρη η θωριά της, γλυκοβάσανο η ματιά της, ήλθε μονομιάς να κλέψει, την καρδιά μου και τη σκέψη. Δημήτρης Ηραίος Μοναξιά Της Μοναξιάς το Χρώμα Ερώτησα την Ίριδα ένα γιόμα ποιό νά 'τανε της μοναξιάς το χρώμα. Του ήλιου οι αχτίδες δε μιλάνε, θαρρείς πως τους μονάχους τους ξεχνάνε. Τ' αστέρια τρεμοπαίζουν φοβισμένα, σε μάτια σκοτεινά και ξεχασμένα. Χαρές και λύπες κάπως ζωγραφίζονται, μονάχα οι μονάχοι δε λογίζονται. Κι η Άνοιξη απλώνει τη μπογιά της προνόμιο στο μεθύσι της Αγάπης. - Το ξέρω άλλο χρώμα πως δε μένει, μα τι 'ν' αλήθει' αυτό που μ' ασχημαίνει; Κοίταξα στον καθρέφτη ένα γιόμα και γνώρισα της μοναξιάς το χρώμα. Θυμήθηκα και μ' έπιασε παράπονο, κάποια ψυχή που μ' έβαψε με Άχρωμο. Δημήτρης Ηραίος Μοναξιά Ο Αχός της Σιωπής Σαν ομίχλη κι αντάρα, παγερά με τυλίγει, θορυβώδης, με πνίγει ο Αχός της Σιωπής. Μοναξιά τον βαφτίσαν κάποιοι άλλοι, πριν χρόνια, διώχνει τα χελιδόνια ο Αχός της Σιωπής. Σαν εφιάλτης τα βράδυα κυβερνά τα όνειρά μου, τυραννά την καρδιά μου ο Αχός της Σιωπής. Μιας αγάπης μεγάλης ό,τι έχει απομείνει είναι, λένε, η δίνη, ο Αχός της Σιωπής. Τόσα χρόνια παρέα, μ' έχει πια συνηθίσει και σχεδόν αγαπήσει ο Αχός της Σιωπής. Δημήτρης Ηραίος Μοναξιά Παρελθόν Το παρελθόν σου... μια φυλακή που μ' έχεις κλείσει και συντροφιά μού 'χεις αφήσει τον πιο αβάσταχτο καημό σου. Το παρελθόν σου... τόσες ωραίες αναμνήσεις, μα εσύ ποτέ δεν θα γυρίσεις να με κρατήσεις στο πλευρό σου. Το παρελθόν σου... ένας ατέλειωτος εφιάλτης, μία πληγή που συντροφιά της ψάχνω να βρω το γιατρικό σου. Πώς να ξεφύγω; Πώς να σε διώξω απ' το μυαλό μου; Κυκλοφοράς στο λογικό μου και δε μπορώ να σ' αποφύγω... Το παρελθόν σου... σε μια παλιά φωτογραφία, με τυραννάει απ' τη γωνία το λατρευτό χαμόγελό σου. Το παρελθόν σου... σκοτάδι λες που με τυλίγει, σαν άβυσσος με σιγοπνίγει κάθε μου αναμνηστικό σου. Το παρελθόν σου... μακρόχρονη, πικρή παρέα, μετά απ' όλα τα ωραία που έζησα σαν σύντροφός σου. Πώς να ξεφύγω; Πώς να σε διώξω απ' το μυαλό μου; Κυκλοφοράς στο λογικό μου και δε μπορώ να σ' αποφύγω... Δημήτρης Ηραίος Μοναξιά Βροχή Έξω συννέφιασε και νιώθω μόνος... πάλι ο πόνος σκλάβο του μ' έπιασε. Ο ήλιος χάθηκε, ήλθε χαλάζι και το μαράζι πλάι μου στάθηκε. Τ' αηδόνια σώπασαν μέσ' το σκοτάδι, έρχεται βράδυ, τα γέλια κόπασαν. Βροχή στα μάτια μου ήλθε και μπόρα, πού νά 'σαι τώρα, στα χτυποκάρδια μου; Μόλις συννέφιασε, μα στην ψυχή μου, πέφτ' η βροχή μου, απ' όταν σ' έχασε. Δημήτρης Ηραίος Μοναξιά Η Διαδρομή της Ευτυχίας Στη διαδρομή της ευτυχίας μαζί σου σήμερα κυλάω, μετά δε θά 'χω πού να πάω, θά 'μαι και πάλι μοναχός. Εικόνες γύρω μου που φεύγουν οι διαδρομές π' ακολουθούμε, να με μαγέψουν προσπαθούνε, μα είσ' ο μόνος μου καημός. Τρέχει αδάμαστος ο χρόνος, σε λίγο θά 'σαι πια μακριά μου, θα σου χαρίσω την καρδιά μου, για μένα ας μείνει μόν' ο πόνος. Θα σε προσμένω στα όνειρά μου, μ' ένα χαμόγελο όλο γλύκα, να ρίχνεις φως στην άδεια νύχτα, της μακροχρόνιας μοναξιάς μου. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Μεγάλοι Έρωτες Γειά σας Μεγάλοι μου Έρωτες! Σας γνώρισα στην αγκαλιά του Ποσειδώνα, μια νύχτα που τ' αστέρια δε φωτίζανε, σε όνειρα και σκέψεις ανημέρωτες. Θυμήθηκα χαρές και γλυκοβάσανα στους δρόμους που περπάτησα στο πλάι σας, σε κήπους και νερά που σεργιανίσαμε, τις μέρες που απ' τα χείλη σας ανάσανα. Στα μαύρα σας τα μάτια καθρεφτίστηκα, χάιδεψα τα πολύχρωμα μαλλιά σας και κάθεπου σας πόνεσαν τα λάθη μου, στο διαμαντένιο δάκρυ σας βαπτίστηκα. Κι αν έμειναν οι ελπίδες αξημέρωτες, τη μνήμη σας θα έχω στην καρδιά μου, τιμή και δόξα να σας δίνω αγέραστη. Γειά σας Μεγάλοι μου Έρωτες! Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Δειλινό όλο Κωνσταντίνα Ένα δειλινό έκλαιγε ο ήλιος... Δάκρυσα κι εγώ, σαν καλός του φίλος. Σύννεφα μικρά παίζανε τριγύρω, η Άνοιξη γλυκά σκόρπιζε το μύρο. Μού 'ρθε στο μυαλό μια μικρή γοργόνα, χάδι γιορτινό κάθε μου χειμώνα. Άδεια η αγκαλιά κι όμως, τήνε έχω, πόνο στην καρδιά που δεν τον αντέχω. Μάτια μου γλυκά, πέλαγο και ζάλη, μέσα μου βαθιά φύτρωσες και πάλι. Μ' άφησες μικρό στους καημούς του κόσμου... μόνος δε μπορώ, λίγη αγάπη δώσ' μου. Ρόδιν' απαλά, χείλη μεταξένια, φύγατε μακριά, γι' άλλα μέρη, ξένα. Ψάχνω να σας βρω τέλος Μάη μήνα, ένα δειλινό όλο Κωνσταντίνα. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Φεγγαροφωτεινή Παρασκευή Φλεβάρη, μια μέρα γιορτινήγνώρισα μια νεράιδα, Φεγγαροφωτεινή. Απ' το χαμόγελό τηςμε μιας μαγεύτηκα και πριν περάσει ώρα, την ερωτεύτηκα. Τ' άστρα και το φεγγάριείδα στα μάτια της, θέλησα να με πάρειμέσ' τα παλάτια της. Μου άνοιξε την πόρτα, δε μπόρεσα να μπω, γιατί έπρεπε να φύγωκαι να ξενιτευτώ. Παρέα την καρδιά μουνά χει της άφησα,στη σκέψη πως μακριά τηςθα είμαι, δάκρυσα. Μέσα στα όνειρά μουτην είχα συντροφιά, στα άδεια μου τα βράδυα, μόνη παρηγοριά. Σαν πέρασ' ένας μήνας, κοντά της γύρισα, στα ολόδροσά της χείλη, φεγγάρι μύρισα. Μα η Άνοιξη τ' Απρίλητην πήρε μακριά μου, στη φεγγαρούπολή της, πέρ' απ' τη γειτονιά μου. Αχ αστεροματούσα, φωτομενεξεδένια, γλυκιά μου οπτασία, ανθοτριανταφυλλένια, Σαν όλα τα ωραία, δεν κράτησες πολύ, μα θά σαι στην καρδιά μουΦεγγαροφωτεινή. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Στο Περιβόλι τ' Ουρανού Στο Περιβόλι τ' Ουρανού δυο λουλουδοαστέρια φυτέψανε τα χέρια του Έρωτα θεού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού μπήκα κρυφά μια νύχτα και την αγάπη βρήκα στην όψη ενός παιδιού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού ξέχασα τ' όνομά μου σα βρέθηκε μπροστά μου η κόρη του γιαλού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού τα μαύρα της τα μάτια μου τάξανε παλάτια, μου κλέψανε το νου. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού με μάγεψ' ένα δείλι στα ολόγλυκά της χείλη γεύση του φεγγαριού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού και το χαμόγελό της είδα στο πρόσωπό της το φως τ' Αυγερινού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού μια της ψυχής γιατρίνα μού 'φερε σ' ένα μήνα τα δώρα του Μαγιού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού τρελλός είμαι για 'κείνη, μα δε μπορεί να μείνει, μου έφυγε γι' αλλού. Στο Περιβόλι τ' Ουρανού νά 'τανε τάχα ψέμα το λυπημένο βλέμμα του αποχωρισμού; Στο Περιβόλι τ' Ουρανού τα λουλουδαστεράκια μείνανε σημαδάκια του ερωτοκαημού. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Άλφα-Βήτα Τα Άλφα και τα βήτα και τα γάμμα εδιάβασα στο πρώτο της το γράμμα. Και έψαξα ανάμεσα στα δέλτα να βρω αν μ' αγαπάει μια γυναίκα. Στα έψιλον, τα ζήτα και τα ήτα θέλησα να τη δω, μα δεν τη βρήκα. Με ρώτησαν το θήτα και το γιώτα αν θά 'θελα να ήμαστ' όπως πρώτα. Αχ κάππα μου και λάμδα μου και μι, το θέλω όσο τίποτα στη γη. Στα νι και ξι την Άνοιξη θυμήθηκα, τις μέρες που στα χείλη της αρτήθηκα. Με όμικρον και πι την ανακήρυξα όνειρο της καρδιάς μου και βασίλισσα. Στο ρο γλυκοχαμόγελα νοστάλγησα, της λήθης το νερό έχυσα κι άφησα. Το σίγμα και το ταυ βοηθούς μου κάλεσα κι αγάπη να της στείλουν παρακάλεσα. Τα ύψιλον και φι μού 'στειλε πίσω ζητώντας μόνο χι να της αφήσω. Το ψι τα δάκρυά μου εσπλαχνίστηκε με είδε να πονώ και με λυπήθηκε. Αχ στρόγγυλο κι ωραίο μου Ωμέγα, το πάθος μου για 'κείνη έγινε μέγα! Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Νέμεσις 1/4ταν, κάποτε, σβήσουντα φώτα της πόλης,θά 'ρθει ο Τιμωρός, την αιώνια Εκδίκηση ζητώντας ίσως όχι το Εγώ μου, που θαρρείς πως πληγώνεις, μα η Ψυχή σου, που έμειν' εδώ, από τώρα θρηνώντας. Ερινύες στο διάβα σουθά 'ναι Πάτρα κι Αθήνα, τα μεγάλα σου λόγιακι οι ψεύτικοι 1/4ρκοι, Μιας Αγάπης που σκότωσεςκάποιον άγνωστο μήνα, τις Σειρήνες γυρεύονταςκαι της Λήθης το ξόρκι. Και στην Πύλη μπροστάθα προβάλλει το φάντασμα, απ' το Δία γυρεύονταςτις παλιές ευτυχίες,που κυνήγησες κι έδιωξεςμε το αλόγιστο Άλλαγμα, ωριμότητα ψάχνονταςκαι ξεχνώντας Θυσίες. Των ματιών σου τη λάμψηπου στα σύννεφα χάθηκε θα γυρεύεις, με πόνο, τη βροχή καρτερώντας θά 'ν' εκεί το Εγώ μου, που τόσο πικράθηκε, την Ψυχή σου, που έμειν' εδώ, με Αγάπη κρατώντας. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Σε θυμάμαι Σε θυμάμαι απ' το γλυκό χαμόγελό σου που φώτιζε το πρόσωπό σου είμ' απ' αυτούς που δεν ξεχνάνε. Σε θυμάμαι απ' τα ολόμαυρά σου μάτια πού 'κρυβαν μέσα τους παλάτια έπαψαν πια να με κοιτάνε. Σε θυμάμαι από το λατρευτό σου σώμα που θά 'θελα να έχω ακόμα μα οι μέρες πίσω δε γυρνάνε. Σε θυμάμαι απ' τις παλιές φωτογραφίες που κρύβουν τόσες ιστορίες ακόμα μου χαμογελάνε. Σε θυμάμαι απ' τις χαρές πού 'χαμε ζήσει και όσα πίσω έχεις αφήσει κάπου, σε μια γωνιά γερνάνε. Σε θυμάμαι απ' όσα έφτιαχνα για σένα κι έμειναν τώρα ξεχασμένα για τον καημό τους μου μιλάνε. Σε θυμάμαι απ' τις ελπίδες μας που φύγαν και για λημέρια άλλα πήγαν από μακριά με χαιρετάνε. Σε θυμάμαι από της σκέψης μου τα βάθη κι όσα παλιά κάναμε λάθη οι μοίρες δεν τα συγχωράνε. Σε θυμάμαι απ' τα μοναχικά μου βράδυα με συντροφιά όνειρα άδεια πόσο που χάθηκες λυπάμαι... Σε θυμάμαι κάθεπου Έρωτα μου τάζουν κι όλο Αγάπη μ' αγκαλιάζουν οι ψεύτικοι όρκοι σου ξυπνάνε. Σε θυμάμαι απ' όλ' αυτά που σού 'χα δώσει κι ας μ' έχεις τώρα πια προδώσει οι υποσχέσεις μου κρατάνε. Σε θυμάμαι απ' την ψυχή σου που φυλάω μέσα βαθιά μου κι ας πονάω είμ' απ' αυτούς που δεν ξεχνάνε. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Αστρόδειπνο Έπεσα πάλι χτες για ύπνοκαι σε προσκάλεσα σε δείπνοεγώ κι εσύ, χέρι με χέρι, πάνω σ' έν' άσπρο περιστέρι. Μέσα στον κήπο με τ' αστέρια, σου μάζεψα δύο πανέρια, για τα ολόμαυρά σου μάτιακαι της καρδιάς σου τα παλάτια. Τροφή για μένα τα φιλιά σου, ξεδίψασμα η αγκαλιά σου, ονειροσύντροφο σε έχωκι όλο χαρά κοντά σου τρέχω. Να ταξιδέψουμε σε πήραπλάι στο Δία και την Ήρα κι αφιέρωμα στην ομορφιά σουάγαλμα έστησα μπροστά σου. Τα χρώματα του Γαλαξίαδώρα σού έκανα μ' αξίακι η Ίριδα γεμάτη ζήλειααγνάντεψε τα δυο σου χείλια. Μα κούρασα το περιστέριτο βάρος μου να μεταφέρει "πρέπει", μου λέει, "να την αφήσειςκαι μόνος σου να συνεχίσεις". Μονάχος τώρα πια σε ψάχνωπάνω στο κύμα και στο βράχο κι από μακριά το φάντασμά σουμου ξανατάζει την καρδιά σου. Αστρόδειπνο θα φτιάξω πάλιγια τα πανέμορφά σου κάλλη με σύμμαχό μου το Μορφέανα σε καλέσω για παρέα. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Λόγος παρήγορος Διαβάτη που σε πόνεσε μίας αγάπης κρίμα στο δρόμο σου προχώρησε και τάχυνε το βήμα. Στις λιμνοθάλασσες του νου και το γλυκό γαλάζιο του αχνοσκέπαστ΄ουρανού άραξε το μουράγιο. Με την πνοή της Άνοιξης χάδια να σε στολίζει ξέφυγε της ανάμνησης που τόσο βασανίζει. Την πανοπλία φόρεσε της μοναξιάς ασπίδα κι αρνήσου ό,τι δεν μπόρεσε ν' αντέξει καταιγίδα. Τα μονοπάτια της χαράς που νόμισες κλεισμένα θα ξανανοίξει ο Έρωτας κάποτε και για σένα. Δημήτρης Ηραίος Χαμένες Αγάπες Αποχωρισμός Και να που έφτασε η ώρα τα μάτια μου να μείνουν βροχερά, να μη σε ξαναβρώ, Oυράνιο Tόξο και τα τραγούδια που με γιάτρευαν να πάψω να σου γράφω. Και να που πρέπει από τώρα να κρύψω τις παλιές φωτογραφίες, να μη σε ξαναδώ από κοντά και σύντροφο στα όνειρα μονάχα τη θύμησή σου νά 'χω. Και να που σήμανε ο χρόνος να μη σου ξαναπώ πια καλημέρα, ν' αλλάζω δρόμο όταν σ' αντικρύζω και όλο πιο μακριά σου να περνώ, για να μη σ' αγκαλιάσω. Και να που είμαι πάλι μόνος να κυνηγάω το χαμόγελό σου, να διώχνω απ' το μυαλό τις αναμνήσεις και την ελπίδα που μου χάρισες να μη μπορώ να φτάσω. Και να που έκλεισε η καρδιά σου τις Συμπληγάδες για την ευτυχία η Μήδεια πρόσταξε να σου χαρίσω Αντίο μα εγώ, ζωή απροσκύνητη, θα πω γειά και χαρά σου! Δημήτρης Ηραίος Κουβέντες του Δωματίου Μοναχική Βροχή Ένα βράδυ χλωμό σε μια πόλη-πλανήτη δυο σταγόνες νερό τραγουδούν στο φεγγίτη. Στην καρδιά της σιωπής που χτυπά σαν νυχτώνει ο ρυθμός της βροχής σιγανά δυναμώνει. Πώς γυαλίζουν οι δρόμοι! Τα καλά τους φοράνε απομείνανε μόνοι κι όμως, χαμογελάνε. Μ' ασπροκίτρινο χρώμα ζωγραφίζουν τα φώτα στων συννέφων το στρώμα της ομίχλης τη ρότα. Σε σοκάκια στενά τριγυρνούν ξεχασμένοι οι διαβάτες που πια μ' όλους γίνανε ξένοι. Ο αγέρας φυσά στα κλειστά παραθύρια σιγοτρέμουν αυτά κι αντηχούνε μυστήρια. Πήρε η νύχτα και πάλι το σκοτάδι πυκνώνει στ' αδειανό προσκεφάλι η βροχή δυναμώνει. Δημήτρης Ηραίος Κουβέντες του Δωματίου Κουβέντα με τις αφίσες Μονάχος πάλι με τους τοίχους πήρα να ζωγραφίζω στίχους. Κοιτάζω έξω απ' το μπαλκόνι έφυγ' η μέρα και νυχτώνει. Βάζω τη λάμπα να φωτάει το ράδιο να μου τραγουδάει. Πιάνω κουβέντα στις αφίσες κι ανοίγω των ματιών τις βρύσες. Γειά σου πεντάμορφή μου Εύα, πάρε τις πίκρες μου και φεύγα. Έλα στα ψεύτικα ταξίδια μακριά απ' τα ίδια και τα ίδια. Παίξε γραφείο τη λατέρνα δυο νότες στείλε και σ' εμένα. Ζωντάνεψ' αητέ και πάμε για να μας μάθεις να πετάμε. Κάνε ελπίδα μου κι αγέρα τα ματοσύννεφα πιο πέρα. Κι εσύ Μορφέα αγκάλιασέ με στα χέρια σου νανούρισέ με. Δημήτρης Ηραίος Κουβέντες του Δωματίου Το Αεροπλάνο Στη γαλανή σκεπή μου επάνω κυλάει έν' αεροπλάνο. Πίσω απ' τα σύννεφα, το πούσι, αν του φωνάξω, θα μ' ακούσει; - Στάσου βρε βάρκα σιδερένια πάρε με βόλτα φεγγαρένια. Σήκω με στ' αψηλά να κόψω ένα κλαδί Ουράνιο Τόξο. Τριγύρισέ με στο Αιγαίο των πελαγών το πιο ωραίο. Ήλιο και μπλε σαν τη Μεσόγειο δεν έχει άλλα στην Υδρόγειο. Φέρε μου φως να ξεδιψάσω τις συννεφιές μου να ξεχάσω. Κι άσε με λίγο στην Ελλάδα στ' αστέρια και τη φεγγαράδα. Θέλω να κλέψω μια γοργόνα για συντροφιά μου το χειμώνα. Δημήτρης Ηραίος Κουβέντες του Δωματίου Φεγγαροθελήματα Έπιασε νύχτωσε και πάλι έφυγ' η μέρα κι ήρθε η ζάλη. Πόσο σκοτάδι, πόσο μόνος! Λες και μ' αγάπησε ο Πόνος... Λήθη τα φώτα μού χαρίζουν από μακριά με νανουρίζουν. Ψηλά της Νύχτας το Αστέρι όνειρα πάει να μου φέρει. Τρεις χάρες θέλω βρε Φεγγάρι πριν ο Μορφέας να με πάρει. Μία ν' ανοίξω τα βιβλία με πνίγ' η πλήξη κι η ανία. Δύο να βγω να διασκεδάσω προτού τα νιάτα μου ξεχάσω. Τρεις να κερδίσω για παρέα μία νεράιδα και ωραία. Δημήτρης Ηραίος Κουβέντες του Δωματίου Εβδόμη Μελαγχολία Στον Έβδομο Ουρανό μελαγχολώ, το γείτονά μου Ήλιο κυνηγάω δε θέλω τα παλιά να θυμηθώ, με κούρασαν, πολύ τα κουβαλάω. Ας σβήσουν απ' τη θύμηση τα χρώματα, η πόλη τους συνέχεια με πληγώνει μού 'δωσε να μυρίσω τόσ' αρώματα, μα ήρθε και τα πήρε πίσω μόνη. Αφόρητη παρέα η Ανάμνηση, αβάσταχτες οι διαδρομές της μνήμης δε θέλησα αυτή την περιπλάνηση, μα πώς του εαυτού σου να ξεφύγεις; Στον Έβδομο Ουρανό μια Κυριακή τη μάχη με τα σύννεφα αρχίζω εκείνα μ' απειλούνε με βροχή, μ' ανίκητος εγώ όταν δακρύζω. Δημήτρης Ηραίος Ελληνικά Ελλάδος Γέννεσις Εν αρχή ην τ' απέραντο Χάος κι ο Θεός, ο Αιώνιος, ο Μέγας Λαξευτής του πηλού και της πέτρας κόσμου σύμπαντος, πνεύματος Άναξ το στερέωμα άπαν εποίει. Ενωθήτω τ' αταίριαστα ζεύγη βασιλιάς την ημέρα ο Ήλιος, της Σελήνης εχθρός μα και φίλος, που τη νύχτα απ' τη λάμψη του πίνει, σκοταδιού και φωτός ο αγώνας. Και η Γαία, η Αλς, οι Πλανήτες τ' αστερόεντα ουράνια λιβάδια, τ' απαλά των ανέμων τα χάδια, της φωτιάς η πορφύρα που θάλπει και του ύδατος τ' άλλα παιδία. Πληρωθήτω η γη τους καρπούς της ζωγραφίζει με πάθος η Ίρις, ξεχειλίζει στα άνθη η γύρις, οινοχόος η άμπελος θάλλει και στα δέντρα η φύση μαγεύει. Απελθέτω τ' απέραντο Χάος ο Θεός, ο Αιώνιος, ο Μέγας Λαξευτής του πηλού και της πέτρας κόσμου σύμπαντος, πνεύματος Άναξ άνθρωπόν τε και ζώα εποίει. Η Μεσόγειος έστω κοιτίδα της διανοίας, της τέχνης, του λόγου της αγνοίας, του θάρρους, του φόβου των γραμμάτων, της φτώχιας, του πλούτου και στα βέλη του Έρωτα στόχος. Βαβυλώνα, Ασσυρία, Φοινίκη Αιγυπτίων και Σύρων εκθέτες κι οι εγγύς ποταμοί, ευεργέτες ο Ευφράτης, ο Τίγρης, ο Νείλος αγναντεύουν τα πρώτα μνημεία. Γεννηθήτω η γη η καλλίστη των θεών κατοικία μεγάλη, απαράμιλλα έχουσα κάλλη, της στεριάς και της θάλασσας τέκνο, σύντροφός της αιέν τε το φάος. Γεννηθήτω η γη η καλλίστη, η Ελλάς, των χωρών η μεγίστη και του σύμπαντος νόου μητέρα. Δημήτρης Ηραίος Ελληνικά Ο Πέρσης - Βασιλιά, τι γυρεύεις τη μάχη; Τρομερός ο εχθρός που μας λάχει! Με τραγούδια το θάνατο βλέπει, Ιερά και Πατρίδα φυλάει, να γυρίσουμε λέω πως πρέπει. - Ω δειλό και ανάξιο σπέρμα, τάχα τρέχει στα σπλάχνα σου αίμα; Αναρίθμητο στράτευμα έχω, το φοβούνται παντού σαν περνάει, πώς μου λες τούτους 'δώ να προσέχω; - Βασιλιά, δε μετράνε τα ξίφη όταν άβουλα τά 'χουνε πλήθη! Να λογίζεσαι πάντα με τρόμο όποιον τίποτα πάνω δε βάζει απ' τον ένα, τον άφθαρτο νόμο. Λιγοστοί οι εχθροί μας, αλήθεια, μα ψυχή κουβαλάνε στα στήθια. Πώς μπορεί ο δειλός να νικήσει, όσο μπόλικο νά 'ναι κοπάδι, άμα τέτοιο στρατό αντικρύσει; Βασιλιά, μην πηγαίνεις στη μάχη, φοβερά μας προσμένουνε πάθη! Ω Περσία, ακούω το κλάμα που βαρύ, σα χαθεί το σκοτάδι, θ' απλωθεί, των Ελλήνων το τάμα... Δημήτρης Ηραίος Α/Διάφορα Η Άσημη Ταξίδεψα ένα βράδυ με την Άσημη, γνώρισα την καρδιά της πού 'ταν διάσημη. Σεμνή καθόταν δίπλα μου κι αμίλητη κοιτούσα τη θωριά της την αφίλητη. Τ' αγόρια ίσως να την αποφεύγανε του Έρωτα τα βέλη της ξεφεύγανε. Αστέρια κρυφοστόλιζαν το σώμα της γλυκόλογα κρατούσε μες το στόμα της. Μακριά μαλλιά οι ώμοι της στηρίζανε τα μάτια της στη νύχτα λαμπυρίζανε. Ψιθύρισε μαζί μου δύο στίχους της, τύλιξε με τα χέρια τους βοστρύχους της. Κρυφά στην Αφροδίτη για παράκληση έστειλα των ασήμων την ανάδειξη. Ταξίδεψα ένα βράδυ με την άσημη, γνώρισα την καρδιά μου πού 'ταν άσχημη. Δημήτρης Ηραίος Α/Διάφορα Συνάντηση στο Ίπσουιτς Βόλτα πρωινή με τραίνο τις ελπίδες μου πηγαίνω συνάντηση στο Ίπσουιτς, στις 10 ώρα Γκρήνουιτς. Κούρσα κάνω με τον ήλιο μες των δέντρων το βασίλειο και κοιτώ τ' αεροπλάνα στων συννέφων την αλάνα. Η γραμμή όλο μαζεύει, μα ο νους μου ταξιδεύει στης πατρίδας το γαλάζιο και στο χώμα της το άγιο. Της αγάπης η γαλήνη μια φουρτούνα ήταν κι εκείνη κι απ' του Έρωτα τα δώρα τίποτα δεν έχω τώρα. Κάμποι και βουνά και δάση τρέχουνε ποιό θα προφτάσει τ' αυτοκίνητα που πάνε σαν ποτάμια που κυλάνε. Μ' άσπρο σύννεφο και πάλι ήρθε την πρωτιά να πάρει από τ' άστρο της ημέρας ο αέναος αγέρας. Λίγο παρακεί μια λίμνη μοναχή της έχει μείνει κυματάκια και τραγούδια στέλνει χάδια στα λουλούδια. Ένα δέντρο γκρεμισμένο με κοιτάζει πονεμένο κι από τα γυμνά κλαδιά του ξεφυτρώνουν τα παιδιά του. Μπλε και πράσινο και άσπρο, γειά σου τσιμεντένιο κάστρο! Ήλθα να σε κατακτήσω και να χάσω ή να κερδίσω.