ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Περνούν τά τρένα ασταμάτητα κυπαρίσσια στίς άκρες τών χωριών καί ξερά ποτάμια. Μέ τά λίγα μάθαμε μέ τά πολλά μάθαμε. Περνούν τά τρένα καί ξεθωριάζει η μνήμη. Σέ φίλησα μιά φορά στή Θεσσαλονίκη σέ φίλησα μιά φορά στό Μόλυβο καί μετά στό καραβάκι στά Λαλάρια στό όνειρό μου μετά κάθε βράδι μ' ένα στεγνό δάκρι σού 'λεγα καληνύχτα Περνούν τά τρένα καί ξεθωριάζει η μνήμη 'Ησουν όμορφη. Μέ τά λίγα έμαθα μέ τά πολλά έμαθα. Τί γυρεύουμε, ρώτησε μιά νύχτα ο Στράτος. Τόν δικό μας επιτάφιο σηκώνουμε, μουρμούρισε στά τρένα στούς σταθμούς περιφορά μιά ζωή. Περνούν τά τρένα, ξεθωριάζει η μνήμη καί τοκίζεται τό δάκρι. Θυμήθηκα τή φωνή σου μιά στιγμή καί πήρε νά γλυκοχαράζει. Περνούν τά τρένα αργά καί ξεθωριάζει η μνήμη. 'Ημουν εδώ. Είμαι εδώ. Πού είμαστε, ρωτούσε ο Στράτος. Σέ αγαπούσε, μού είπε. Πέρασαν τά τρένα καί ξεθώριασε η μνήμη. Ποιά είσαι; Θεά στίς παραλίες τού Ομήρου, κόρη δροσερή, Ναυσικά, δέν θυμάμαι πιά. Τό δάκρι σου μόνο θυμάμαι κρύσταλλο μές τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου θυμάμαι που κρατούσα. Ξέρω τ' όνομά σου ξέρω τό βάρος τής φωνής σου ξέρω τό βήμα τής ανάσας σου. Ξεθώριασε η μνήμη η γνώση εκεί όπου μέ άγγιξες έμεινε. Τήν αγάπησες, είπε ο Στράτος Τήν αγάπησες τήν Τάνια, είπε καί πέρασε στήν άλλη μεριά τού επιτάφιου. 'Ωρα νά τόν σηκώσουμε, φώναξε. ------------------------------------------------------------------------ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Ακούγονται μακρινοί πυροβολισμοί ας υποθέσουμε πως τά σκυλιά είναι κυνηγετικά Ακόμη μας ακολουθούν στό κατόπι μας ακόμη τρέχουν. Θα μπούμε στό ποτάμι νά χάσουν τά ίχνη μας Θα παμε μέ τόν άνεμο νά χάσουν τίς μυρωδιές μας. Θα νυχτώσει καί δέν θά μας δούν Θα νυχτώσει καί δέν θά σέ βλέπω Θα χαθούμε Θα βγούμε στόν ήλιο τ`την άλλη μέρα δέν θά σε γνωρίζω θα κρυφτω κι από σένα τό άλλο βράδι να χάσεις τά ίχνη μου να χάσεις τίς μυρωδιές μου θα κρυφτω στή νύχτα καί τήν άλλη μέρα δέν θά γνωρίζω τον εαυτό μου. ------------------------------------------------------------------------ ΚΡΥΦΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Μικρή Οδύσσεια) Γεννήθηκε μέ μιά λάμψη μέσα της. Κι από μακριά που θά τήν δείς δέν θ' αστοχήσεις. Θά τή γνωρίσεις ακόμη καί μές στό πιό μεγάλο πλήθος. Ξεχώρισέ την καί φύλαξέ την μακρυά από κάθε λύπη. Δώσε της ένα καλόδρομο πλεούμενο οπλισμένο μέ κουπιά, ναύτες, κατάρτια καί φορτωμένο μέ κρασί γλυκό, νερό δροσερό στό αμπάρι, τροφή καί ρούχα από λινάρι. Πρόσταξε τή θάλασσα νά είναι γλυκιά καί τήν αρμύρα νά χαϊδέψει τόν ώμο της εκεί που θά τήν φιλήσω. Καί πρόσταξε έναν αέρα εύπνοο τό γοργοτάξιδο σκαρί νά σπρώξει μέ στοργή. Στών νησιών που θά σιμώσει, πότισε μέ έμπνευση τους ποιητές νά τής τραγουδήσουν τίς νύχτες καί λάμπρυνε τό φώς τόν αστεριών νά τής στολίσουν τό μέτωπο. Στής πλώρης τά λινά σεντόνια σάν πέσει νά κοιμηθεί χύσε της ύπνο γλυκό στά βλέφαρα νά ξαποστάσει η καπετάνισσα. Τή θάλασσα γαλήνεψε όσο κοιμάται καί σκόρπισε φώς ζεστό καί λουλούδια μυρωδάτα στά όνειρά της. Τό χαμόγελο δώσε της απλόχερα καί κρύψε της κάθε σκιά που τήν τρομάζει. Στείλε της δυό δελφίνια νά τής ψυθιρίσουν τά μυστικά τους. 'Ορισε νά είναι καλότυχη. Ευλόγησε τό χείλι της νά μήν πικραθεί. Διώξε κάθε φόβο, γλύκανε κάθε αγωνία καί απάλυνε κάθε ανησυχία της. Τους πόθους της δέξου καί τίμησε. Πάρε τήν ψυχή μου καί φτιάξε τό εύδρομο καράβι της. Πάρε τό σώμα μου καί κάνε το ναύτες υπάκουους πρόθυμους στήν προσταγή της. Πάρε τήν ανάσα μου καί κάνε την άνεμο στά πανιά. Πάρε τό ρούχο μου καί στρώσε της να αναπαυθεί. Πάρε τήν σκέψη μου καί πρόσφερε έμπνευση στους ποιητές που θά τής τραγουδήσουν. Πάρε τό δάκρι μου καί δώσε της γαλήνη. Καταδέξου αυτή τήν προσευχή. Καί ναυαγό κάνε με, από μακριά νά αντικρύσω τό καράβι της, να γιατρευτούν οι πληγές μου. ------------------------------------------------------------------------ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ Ανήμερα θερινό ηλιοστάσι έπιασα να μετρώ τις μέρες από την αρχή. Λογάριαζα ένα καινούριο ημερολόγιο να ταιριάζει στο φως και στο σκοτάδι και σκάρωσα κι ένα καινούριο μηνολόγιο να καθρεφτίζει αυτά που χαιρόμουν στη ζωή αυτά που με πίκραιναν στη ζωή. Πρώτος ήταν ο μήνας των βουνών με τις γυμνές κορφές τις χιονισμένες πλαγιές, των γεμάτων τάφους και μυστικά των βουνών με τις δρακολίμνες των βουνών με τις αντάρες και τις θύελλες, των βουνών ο μήνας ο πρώτος. Δεύτερος ήταν ο μήνας του Θερμαϊκού αυτός με τις διαδρομές στα Κάστρα, στις παραλίες, στις κρυμένες ταβέρνες με τις μεγάλες γελαστές παρέες των φωτεινών διαδρομών στο πορτοκαλί φως της Καμάρας ο μήνας ο δεύτερος. Τρίτος ήταν ο μήνας της Σαμοθράκης, με το κρυφτό στον πύργο του Φονιά τα φρέσκα ψάρια, το κρύο νερό στις βάθρες, τους φασιανούς των νησιών ο μήνας ο τρίτος. Τέταρτος ήταν ο μήνας της λίμνης με το ήρεμο νησάκι στην άκρη της, φυλαγμένο από τα βουνά με τα μυστικά και τους βάλτους της, της Παμβώτιδος ο μήνας ο τέταρτος. Πέμπτος ήταν ο μήνας των κοριτσιών με τα καμώματά τους και με τις χαρές τους, με τον καθρέφτη της ψυχής μου μέσα τους, με τις φωνές τους και με τους πόθους τους, των ερώτων ο μήνας ο πέμπτος. 'Εκτος ήταν ο μήνας των φίλων μου με τις αγριοφωνάρες τους και τις αθυροστομίες τους, να μιλούνε για αέρηδες και νερά με τα χέρια απλωμένα παντού σα να κολυμπούσαν στους αέρηδες ή σα να πετούσαν στα νερά, των ανδρών ο μήνας ο έκτος. 'Εβδομος ήρθε ο μήνας της γνώσης με τα βιβλία ανοιγμένα γύρω μου όλο γράμματα και σύμβολα και αριθμούς ανθρώπων έργα περασμένα στην αθανασία των σπουδών ο μήνας ο έβδομος. 'Ογδοος στάθηκε ο μήνας της Λέσβου με τα κρύα νερά, την ιστορία του ποιητή, το μουσείο Teriant τα όμορφα σπίτια τις κρυμένες ακρογιαλιές το κάστρο στη Μύθημνα του Αρχίλοχου ο μήνας ο όγδοος. 'Ενατος ο μήνας των ποιητών, αυτών που κράτησαν μέσα μου τη γλώσσα ζωντανή μακρυά από τον τόπο μου, των ποιητών που γύρεψαν τα ίδια και μέθυσαν από το ίδιο ποτήρι του Σεφέρη του Ελύτη ο μήνας ο ένατος. Δέκατος ήταν ο μήνας του πένθους ο μήνας που δεν έμενε στη μνήμη ο μήνας με το παγωμένο μνήμα με τους παπάδες, τα κεριά και τ' αλεύρια, ο μήνας των γυναικών που μοιρολογούνε, της μάνας μου ο μήνας ο δέκατος. Ενδέκατος είναι ο μήνας του ξενιτεμού πάνω από ωκεανούς νέες στεριές νέοι τόποι άλλα έθιμα και γλώσσα ξένη της Αργοναυτίας του ενός ο μήνας ο ενδέκατος. Δωδέκατος είναι ο μήνας δίχως όνομα που χωρεί τα πάντα τα νέα και τα παλιά τα καλά και τα άσχημα το γέλιο και το δάκρυ το τέλος και την αρχή των πάντων όλων ο μήνας ο δωδέκατος. ------------------------------------------------------------------------ Ο ΜΗΝΑΣ ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ (Πάνω σ' έναν στίχο της Λήδας) Οι μνήμες παγώνουν στις σκοτεινές γωνιές του μυαλού εκεί όπου καίνε τα μάτια σαν καντήλια Πώς περάσαμε τα χρόνια μέσα στ' αεροδρόμια κρατώντας μια βαλίτσα με λίγα πουκάμισα κι άλλη μια με βιβλία και με το δάκρυ να παραφυλάει και με τον κόμπο στο λαιμό Θα γυρίσω για σένα η πτήση σας αναχωρεί Μη με ξεχάσεις να προσέλθετε στον έλεγχο διαβατηρίων Σ' αγαπώ τελευταία αναγγελία αναχώρησης Βλέμμα πνιγμένο άμεση επιβίβασις Κρυφτήκαν οι λέξεις έξοδος αριθμός τρία 'Ενας Ερμής μοιράζει φαντάσματα την τελευταία στιγμή ένα φάντασμα αναχωρεί και κρύβομαι ποιός εξόριστος σε γη ενάλια θα μάθει την αλήθεια Μνήμες παγωμένες αβάπτιστος μήνας από τα δεκαοχτώ στα μπαρ των αεροδρομίων την άκουσα στο τηλέφωνο από τα δεχαοχτώ με μια βαλίτσα κι έναν αποχαιρετισμό στα χείλη ------------------------------------------------------------------------ Το Τραγούδι της Λήδας Κι όλος ο χρόνος ήταν της Λήδας μέ τους δώδεκα λαμπερους μήνες μέ τίς δώδεκα χαρές της βαθιά στό στήθος μου ήταν η χρονιά τής Λήδας μέ τους δώδεκα κύκλους τής φλόγας καί μέ τους δώδεκα κύκλους τού κορμιού της Σέ κυκλώνω, σέ κοιτώΣέ δαγκώνω στό λαιμό σέ κυκλώνω καί μετρώ σά λιοντάρι θηλυκό θάλασσα καί ουρανό σέ φιλώ στόν αφαλό σέ κυκλώνω καί γελώ καί πιό δίπλα απ' τόν λαιμό σέ κυκλώνω σέ γελώ Στά σεντόνια τά λινά σέ κυκλώνω σέ ποθώ τό κορμί μου ξαγρυπνά σ' έρωτα ωκεανό στά μαλλιά σου τά πυκνά σέ κυκλώνω από κοντά η ανάσα μου αρχινά μέ τριαντάφυλλα γλυκά στού κορμιού σου τήν αυλή σέ κυκλώνω ταπεινά μέ βρίσκει ο ήλιος τήν αυγή στά σεντόνια τά λινά στών ματιών σου τή σιγή σέ κυκλώνω σάν παιδί γεννιέμαι μέ ορμή σέ καϊκι μέ πανί στών χεριών σου τήν αφή σέ κυκλώνω από ψηλά εύδρομο γίνομαι σκαρί στά βουνά τά φωτεινά Μέ τών χειλιών σου τό κρασί στά λιμάνια καί στους κάβους βλέπω μιά θάλασσα μικρή σέ κυκλώνω μέ τους βράχους Μέσα στό στήθος μου σέ κρύβω σέ κυκλώνω μιά ζωή καί μέσα στήν τύχη σου γυρνώ μέ τής αγάπης τήν πνοή εκείνους που μέ πλήγωσαν συνθλίβω σέ κυκλώνω καί μεθώ γυρνώντας μέ τόν κεραυνό σέ αμπέλι μαγικό καβάλα σ' ένα σύννεφο παλιό ------------------------------------------------------------------------ Το νησί Τέτοιο νησί πώς φύτρωσε κάτω από τόσα πεύκα; Καταμεσίς στη θάλασσα σπαρμένο με κοχύλια; Πνιγμένο στους ορίζοντες τους μακρινούς απόψε; Το δέντρο ετούτο ρίζες άπλωσε γεμάτες με ασβέστη λευκό πυκνό σα μάρμαρο στη μέση της θαλάσσης και με τα κύματα μαζί τις πέτρες έπιασε να γνέφει μέσα στα χρόνια τα πολλά μέχρι που βγήκε ξέρα κι από την ξέρα πήδηξε μαρμάρινη η νήσος. Επόμενο Προηγούμενο