ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ - ΚΑΙΡΟ '' Ταξιδιώτης χωρίς παρατηρητικότητα είναι πουλί χωρίς φτερά '' Χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα τη γαλάζια υποδυναμη που ανατρέπει , ορίζει , διοικεί , εξουσιάζει τον στρόβιλο μέσα μου. Χιλιάδες κυβικά εκατοστά μακριά , από τον αέρα που αναπνέω και ζω Ενυδάτωση κι αφυδάτωση στο δωμάτιο με το σκούρο μαόνι στέρηση και γέλιο, με το ασανσέρ , τα αμμώδη τασάκια , και τις γαλλιδουλες του διαδρόμου. Τα πράσινα 'η καφέ -βρώμικα νερά είναι απλά ημίμετρα . Φτηνά υποκατάστατα που δεν μπορούν να καλύψουν παρά μόνο για λίγα δευτέρα τις αισθήσεις μου. '' Ο Ήλιος που καίει το πρόσωπο μου '' Η παραίσθηση δημιουργείται και αναζωογονεί τα κύτταρα όλων μας σε κήπους δροσιάς. Η επιθυμία γίνεται φωτιά εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου και ξετυλίγεται μέσα μου , ειδικό εφφε , καίει , τρώει , κλέβει κάθε εκατοστό της πιθανής αντικειμενικής μου αντίληψης περί των πραγμάτων. ------------------------------------------------------------------------ ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ - ΙΣΡΑΗΛ Βαθιά ανάσα και κλάμα για ένα φίλο που φεύγει. ΗΜΕΡΑ, χρώματα ώχρας πέτρα και γη. Εκατομμύρια άνθρωποι που αγγίζουν τις ευαίσθητες, εύθραυστες χορδές της πίστης. Μεταίχμιο , το όριο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας , μεταξύ πίστης και φανατισμού. Το μήνυμα και το πόρισμα Η βιτρίνα και η ουσία. Βγαίνουμε απ'τις εκκλησιές και τα σκουρόχρωμα παιδιά μας χαρίζουν όχι μας πουλάνε κλαδιά ελιάς Οι μεγάλοι ξέρουν , κλεισμένοι στα θρησκευτικά τους λόμπι. Τα παιδιά μας παρατάνε και παίζουν μ'ένα γαιδουρακι ενώ στο ''μπετόν-τζαμί'' ένας πιθανόν γέρος ψέλνει τους δικούς του ύμνους, σ'αυτόν που μάλλον είναι ψηλά και τον ονομάζει Θεό! ΝΥΧΤΑ Απουσία διάρκειας όπως λέμε κάρτα διαρκείας για λεωφορεία τρένα αεροπλάνα. Εσείς έχετε μαζευτεί αλλού - σε δωμάτια που μυρίζουν ουσίες - κι εγώ προσπαθώ να θυμηθώ λέξεις που να δηλώνουν διάρκεια γιατί μάλλον έχω ανάγκη τη διάρκεια, στην υγιή της μορφή. ------------------------------------------------------------------------ Είναι αυτή η παραξενιά που έχουμε καλοκαίρι - χειμώνας , καλό - κακό , ερωτάς - θάνατος . Υποκειμενικές άξιες για τους μη ευρίσκοντας λόγια να πουν. Θέλω να δω , να σιγουρέψω τα Φώτα της πόλης , τα μάτια σου κι άλλες ευαίσθητες χορδές να εκπληρώσω και να παίξω τη συγχορδία ή όπως διάολο τη λένε , ανάμεσα στις σκούρες παρυφές της διαρκείας. ΝΥΧΤΑ Sabbath salom , κι εμείς τριγυρίζουμε μ'έναν άγνωστο ημίθεο, στα σοκάκια της πόλης . Θέλει να νιώσουμε την κόψη του ξυραφιού. Το ξυράφι δεν είναι ο κίνδυνος ( προσπαθεί να μας τρομάξει ) είναι η μοναξιά. Εσύ τη νιώθεις , σκηνοθετείς κι ακροβατείς , δηλώνεις και δηλώνεσαι αγκαλιάζεις τη μούσα σου τυλιγμένη σ'ένα λευκό φιλικό χάδι. Τα Φώτα της πόλης , κι όλες οι ανάγκες του κόσμου φωτισμένες δεν αντηχούν εδώ, δεν φτάνουν εδώ . 1/4λα εδώ ζουν για το χτες... Και η ανυπόταχτη κραυγή που ζει μέσα στα στήθια μου θέλει να κυριεύσει λίγα κυβικά εκατοστά αέρα . ------------------------------------------------------------------------ Τα χρώματα κι οι μυρωδιές αλλάζουν ,πλημμυρίζουν σαν οργασμοί τις αισθήσεις μας, τις παρατεταμένα απορυθμισμένες. Η νύχτα , το άρωμα σου , ο ιδρώτας , το νερό κι η γρήγορη ανακάλυψη πως οι κουβέντες πονούν. Πρωινοί καφέδες όπως αυτοί της μάγισσας των καιρών. Μουσικά όργανα και καπνός μπαίνει στα πνευμόνια μας όπως ο ύμνος μας , η ωδή μας ' '' πριν λαλήσει πετεινός 13 φορές μ'αρνιεσαι '' Manha de Carnaval Το πρωί του καρναβαλιού ξύπνησα κι ήμουν μονάχη. Βγήκα χτες στο παζάρι να αγοράσω ψάρια, όμως το καλάθι μου έπεσε στα χώματα και τα παιδιά της γειτονιάς γελούσαν. Πού είναι ο αγαπημένος μου; Έρχεται το βράδι και όλοι θα ντυθούν για να βγουν στην πλατεία Τα αγόρια θα με θαυμάζουν μέσα στα κόκκινα φτερά μου και θα θέλουν να με χορέψουν ως το πρωί, αχ, ως το πρωί. Ποιος θα είναι ο αγαπημένος μου σήμερα; Το πρωί του καρναβαλιού ήρθε κι εγώ σκουπίζω ένα δάκρυ Δε θα σηκωθώ από το κρεβάτι μέχρι τις δώδεκα γιατί αυτό το καρναβάλι μου σκίζει την καρδιά. 1/4σο κι αν βασιλεύω στη χαρά των άλλων, λείπω από τη ζωή τους. Αύριο δε θα είναι πια καρναβάλι κι εγώ θα είμαι πάλι μοναχή μου. Αντίο αγόρια, αντίο παιδιά Ήσασταν όλα αγαπημένα μου. Ανδρέας Ανδρεόπουλος 31.1.1995 ------------------------------------------------------------------------ Βασίλης Γιάννος TO TEΛΟΣ Βουλιάζω στο βούρκο- βγάζω κραυγή σα φόβο θανάτου που σιμώνει πουλί, που ελεύθερο πέταγε σ' ανοιχτό ουρανό μα τώρα λαβώθηκε στο ένα φτερό. Προσπαθεί να πετάξει- σε κύκλους γυρνά το κενό που εξουσίαζε με φόβο κοιτά. Τώρα πια πέφτει και ξέρει καλά, τα πάντα τελειώνουν οριστικά. Επικοινωνήστε με τον ποιητή. Χρήστος Δημουλάς Κάποιοι στίχοι Ετσι όπως το λευκό χαρτί περιμένει το μαύρο του συμβόλου φυσάω τη σκέψη μου αποχρωματισμένη ή σαν κεχρωσμένη λευκή δέσμη καπνού διασκορπίζοντάς την. * * * Το παράθυρο απέναντι φώτισε ανησυχία -1/4μοια της προσδοκίας ήχου τηλεφώνου- στο πρώτο στάδιο ετοιμασίας του αυριανού εφιάλτη. Και είπα : στο ήσυχο νανούρισμα θα ακουστούν ετούτα'δω τα ίδια λόγια -όπως χαϊδεύουν και μιλούν τα πνεύματα- απ'το παράθυρο του διψασμένου ενοικιαστή. * * * Στην τελευταία αντίσταση του βλέφαρου η θάλασσα κι ο παφλασμός αραχνοϋφαντου νέφους σκοτεινιάζουν Προχώρησα ξεσκέπαστος στη δροσιά που ανέβαινε με μορφή δηλητηρίου αναζητώντας το χρώμα του στοιχείου περιβολής γαλάζιο ή μαύρο ; * * * Στο χωμάτινο στενό λουόμενου Σαββάτου ανάτειλε εικοσιοχτώ ημερών παρθένα σελήνη να σχηματίσει τη σκιά του ήχου παλλόμενης κιθάρας Κι εγώ δεν ήμουν παρά των τελευταίων παραστάσεων απλός θεατής καμμένου ελαίου φθίνουσα φλόγα να αναζητώ το στόμα που ψιθύρισε τη μελωδία. * * * Του θόρυβου η άπνοια υπνοβασία αφουγκράζεται ερωτοτροπίες μισόφωτου και πνίγεται σε παρασιτικές στριγγλίες του δρόμου Κοιτώ τη διαγώνιο της φλόγας κι απομονώνω βαθιά μου στην αρχή της την απελπιστικά μοναχική έκκληση του γρύλλου. * * * Το ανεπαίσθητο λίκνισμα ζωντανεύει τη νύχτα αποστομώνοντας τους μύθους της με τις μισάνοιχτες λυχνίες αγοραίων ωρών Και συντροφεύω ακόμη μια φορά τη γερασμένη σκέπη των άστρων περπατώντας τους πρωινούς περιπάτους της μουσικής πιασμένος γερά στις χειρολαβές της ημέρας. * * * Η επιστροφή ενός κατηγορούμενου ως δολοφόνου στον τόπο του "μοιραίου", μπορεί να'ταν και τυχαία Ο νυχτερινός περίπατος ακολουθούσε τους ήρεμους παλμούς της ευτυχίας μολονότι σε μια στιγμή πνιγμένης κόκκινης ανταύγειας ανησύχησε Συνέχισα,πλέον ως αυτόπτης μάρτυρας. * * * 1/4σο πιο αργά μακραίνει η μέρα τόσο τα σύννεφα συνθέτουν ουρανό τόσο τα κύματα απλώνουν τη θάλασσα τόσο τα μνήματα ανασταίνουν νεκρούς τόσο ανεβαίνει ο νούς να συλλάβει ανάερα σχήματα τόσο μακραίνει ο Θεός... * * * Κοιμίζω μια μέρα θλιμμένη εξ'αρχής στους τοίχους σιγά ξεθωριάζει το χρώμα λιμνούλα η ματιά σου από στάλες βροχής στο πόθο παραδίδει το σκοτάδι το σώμα Ακρόπολη στη μέση από κεραίες σιωπής προβολείς που φωτίζουν μια δόξα αρχαία ποιός θα γνώριζε το βράχο στο φως της αυγής αν δεν ήσουνα εσύ να σηκώσεις σημαία Κι αν έλειπες απόψε περιστέρι στοργής - κολάστηκε η μέρα να ζητά το φιλί σου - δε θα ήσουνα ο ιστός στο ταξίδι της γής κι ο ίσκιος ακόμα μαρτυρά τη μορφή σου Εδώ στους μικρούς τους θετούς τους ανθρώπους θυμήθηκε η μέρα πως έχει εποχή κι αν απλώθηκε ο ήλιος πάνω απ'όλους τους τόπους το διαμάντι που άστραψε, ήσουνα εσύ (c) 1997, Χρήστος Δημουλάς Στα όνειρα του χτες τα κύματα του σήμερα Φύγαν οι καιροί των κάστρων κι οι μέρες της βροχής. Είναι πια σα να σου μιλούν και γω να μην προσέχω ούτε μια λέξη νσ μην ακούω μια φωνή. Μέρες λήθης, κυοφορούμενης αδιαφορίας ηρεμίας πριν την έκρηξη ... κι απόψε, απόψε σαν όλες τις βραδιές θα ονειρευτώ εσένα για να ξεχάσω το πρωί 31.1.1995 ------------------------------------------------------------------------ Μάτια που οι στιγμές αφήσαν στο πλευρό μας ώρες μακρινές που η καρδιά μας αγαπούσε τα όπλα της στιγμής να αναπλάστουν στο χέρι με τον σταυρό, την ανθρωπιά, την χάρη. Αυτές οι μέρες με ξεπλένουν σ' ακρογιάλια στα χείλη σπιτιών που χάσανε τη θάλασσα που τ' ανύπαρκτα ταβάνια τους κρατάνε τη βροχή και που οι ασπροβαμμένες εκκλησιές της συνοικίας καίγονται από τη φωτιά της φύσης. Γύρισα ξανά πλάι στο σπίτι σου να βρω τα βήματα που αφήσαμε μαζί, ψάχνοντας για 'κείνες τις στιγμές. Οι ώρες των καπνισμένων καφενείων, και των αναζητήσεων. Εκ βαθέων. Το ψέμμα, η υποκρισία, η κρυπτοφάνεια βήματα κι αυτά της βρώμικης ψυχής. Ένοχος και καταδικασμένος τριγυρνώ και όλα τα βάρη του κόσμου κουβαλάω, στη θυσία της στιγμής η λύτρωση στις ώρες του πρωινού η δροσιά. Κι αν μεθυσμένη ήσουνα και τα λόγια σου δεν ήταν παρα αναθυμιάσεις κι αν αποφάσισες να γράψεις για αγάπες σε στιγμές περίεργης αναμονής τότε κι εσύ σαν όλους μας την ίδια πια αξίζεις κατηγορία. Ντροπή στις ιδέες να φορτώνουμε αμαρτίες και στις νεράιδες το αίμα των αμνών. Ξυπνάν τα βήματα της αγάπης έρχεται ζάλη στις φυτείες των καπνών. 31.1.1995 (Για την Ράνια) ------------------------------------------------------------------------ ΠΟΛΙΤΕΙΑ A I. Και τότε σταματάς και γράφεις δυο γραμμές Πιστεύεις - πίστη συνώνυμο της αυταπάτης - Πώς κείνη τη στιγμή κάτι δημιουργείς Ίσως ποίημα ίσως βλακία μεγαλόστομη Παρ' όλα αυτά γράφεις γράφεις από ανάγκη Ανάγκη να εκφραστείς να ξεράσεις το συμβιβασμό σου II. Του κερατά όλο βάζεις αποθηκεύεις, δέχεσαι δε μιλάς, σε συγκεντρώσεις δε πας - ξέρεις εσύ Μόνο ακούς. Πιότερο ίσως απ' το πρέπει. Και βλέπεις. 1/4ραση, ακουή και συγκατάνευση. III. Και γράφεις, γράφεις μέχρι το χέρι σου να πονέση Τι, βάρυνε και τ' ουρανού το γαλάζιο στις μέρες Κι είν' κι η λογοκρισία, οι χαφιέδες ... [μας Πολλά όμως έγραψες. Ώρα είναι τα χαρτιά σου να πας να κάψεις. Και είναι οι καιροί πονηροί στις μέρες μας. 1973 Επόμενο ΠροηγούμενοΠΟΛΙΤΕΙΑ Β Πειθώ Πείστηκε τον πείσανε Σκέφτηκε και υπ-έκυψε 'Οχι υπέκυψε συνεφώνησε Συνεφώνησε κι επεκύρωσε Την αγορά του υπερρυπαντικού Μα έτσι και παλιότερα δεν γινότανε; Στην πειθώ δεν πιστεύαμε; Και τώρα δα τούτο κάνουμε. Τι λοιπόν άλλαξε; Κι η διαφήμιση, η προπαγάντα; Η πλύση -- καθημερινή -- του εγκεφάλου; Η υπερπαραγωγή; Η ελεγχόμενη υπερκατανάλωση; Δυνάστευση στη σκέψη. Πληθωρισμός. Α, α όχι! Αυτά είναι κουραφέξαλα Τ' ακούσατε Κουραφέξαλα, κουραφέξαλα Κουραφέξαλα. ΚΟΥ-ΡΑ-ΦΕ-ΞΑ-ΛΑΑΑ. 1973 Επόμενο Προηγούμενο ΜΙΚΡΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΙ ΝΑΝ ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΥΣ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΨΑ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ ΓΥΜΝΩΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΓΛΕΙΦΟΤΑΝ ΣΑΝ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗ ΒΡΕΙ ΤΩΡΑ ΜΑ Ο ΑΝΔΡΑΣ ΚΥΛΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΛΑΪ ΚΑΙ ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΜΕ 5 ΚΟΛΛΗΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΟΙΤΑΖΕ ΤΗΝ ΩΡΑΙΟ ΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΤΥΣΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΞΕΜΑΚΡΑΙΝΕΙ ΝΑ ΑΚΟΥΜΠΑ ΣΤΟ ΦΡΕΣΚΟ ΒΑΜΜΕΝΟ ΚΑΓΚΕΛΟ ΚΑΙ ΝΑ ΣΠΛΑΧΝΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ Ο ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΣ ΣΚΕΦΤΗΚΕ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΓΥΡΕΨΕ ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟ ΦΥΣΟΚΑΛΑ ΜΟ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΝΑ ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ 10 ΠΟΥ ΒΑΡΙΕΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΓΕΙΡΕ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΜΕΝΗ ΣΙΘΩΝΙΑ Βγάλαμε τα ρούχα και κατόπιν το δέρμα μας Το αφήσαμε πάνω στις πέτρες Καθώς ήταν μυτερές τρυπούσαν τον έρωτα που είχε το σχήμα της αλμύρας τη γεύση του σώματος (Από δω ξεκινάει η θάλασσα Μέχρι εκεί φτάνει το έλεός σου Να μη γνωρίζω που τελειώνει η μια και πότε αρχίζει το άλλο) Ως το δέντρο -- μ' αγαπάς; Ως το βουνό -- μ' αγαπάς; Ως τον ουρανό -- μ' αγαπάς; Τί εμποδίζει την αγάπη -- όταν δεν υψώνεται κατακόρυφα να εκτείνεται σε θαλάσσιο πλάτος; Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα σου λέω (Κι αν φορούσες ένα ψάθινο καπέλο ίσως να 'βγαινε ο ήλιος). Εκεί όπου το σώμα είναι το πιο κοντινό σε μας -- γιατί είναι το σώμα μας -- Εκεί θα τους περιμένουμε Και στο μέρος αυτό Η αφή τους θα έχει τον πρώτο λόγο Να δεις που οι νόμοι θα καταπατιούνται για χίλιες συνεχόμενες νύχτες Συμπεριλαμβανομένης και της Αναστάσεως του Κυρίου