Το Σύννεφο (Αφήγημα) Νύχτα, ώρα προχωρημένη, σχεδον ξημερώματα. Απο ψηλα στην Αβέρωφ έβλεπες τη λίμνη να ανεβαίνει ομίχλη σκεπάζοντας τον πλάτανο στο Κορμανιό. Στη μέση της Αβέρωφ σ' έπιανε η υγρή μυρωδια απο τα πορτοκάλια που σάπιζαν στις αποθηκες των λαχανέμπορων. Σταμάτησα στο φούρνο ν' αγοράσω δυο τυρόπιτες. "Θ' αργήσει να ξημερώσει σήμερα" μουρμούρισε ο μπάρμπα-Μητσος. Κάθε μέρα στις 3 τα ξημερώματα κατέβαινε στο φουρνο και έπιανε δουλειά. Έφτιαχνε, λένε, το καλύτερο ψωμι στα Ιωάννινα εδω και τόσα χρόνια. Μπαίνοντας στο στενο της Κουντουριώτου, το μάτι σου σταματουσε στο παλιο εβρέικο σχολείο. Ένα ερειπωμένο αρχιτεκτονικο αριστούργημα που άντεξε στον χρόνο τόσο όσο για να καταντήσει μπαρ με κηπο στο βάθος. Τα Ιωάννινα σου έδιναν μιαν άλλη αίσθηση τη νύχτα. Μυστήριο. Η λίμνη άφηνε κάτι μαγικο στη φαντασία μου. Κι η φαντασία μου το έπιανε και το ξετύλιγε και έφτιαχνε διάφορες εικόνες και παραστάσεις, μέχρι που εξαντλημένος, καθόμουν στον κυματοθραύστη και δακρύζοντας μπέρδευα τα φωτα της πόλης με τα φωτα των αυτοκινήτων έτσι που να μην καταλαβαίνω που τέλειωνε ο κόσμος αυτός και που άρχιζε ο άλλος κόσμος, αυτός που βλέπουμε κάθε βράδι στον έναστρο ουρανό. Κατέβαινες στην παραλία, κι εκεί, ανάμεσα στο Μιτσικέλι, τη Γκαμήλα και το Περιστέρι έβλεπες τόσο νερο που νόμιζες πως είναι θάλασσα. Κοιτώντας προς την Κατσικά, στ' αριστερά σου έβλεπες το Μιτσικέλι να απλώνεται σαν κάστρο μπροστα στη λίμνη, με το νησάκι να δείχνει μπούρτζι. Κι απο την απέναντι μερια ένοιωθες το τείχος της παλιας πόλης, ορθο και κοφτό, έτσι που η λίμνη είχε σφηνωθεί ανάμεσα σε δυο οχυρά. Μπροστα στο κάστρο της παλιας πόλης είχα φωτογραφήσει εν αγνοία του έναν γέροντα παπα που περπατουσε γέρνοντας, λες και χόρευε σε αρμονία με ένα στραβόκορμο πευκο στα δεξιά του. Στο βάθος της φωτογραφίας η κορφή της Γκαμήλας έκοβε τον ουρανο και τρυπουσε το σύννεφο που την τριγύριζε απο πάντα.Ήταν το ίδιο σύννεφο που τα βράδια κατέβαινε και ποτιζότανε στη λίμνη και μετα σαν φευγατο μοσκάρι ανέβαινε στην Αβέρωφ, μέχρι που ο πρωινος ήλιος το σκόρπιζε. Μερικοι λέγανε πως μόλις έβγαινε ο ώμους του και την μετέφερε εκτός της αίθουσας όπου συνεδρίαζε η Βουλη σε ένδειξη, λέει, διαμαρτυρίας για την παράτυπη διαδικασία εκλογης νέου προέδρου. Για το υπόλοιπο του '85, απο τον Απρίλη κι έπειτα, οι Γιαννιωτες συζητούσαν για τα κατορθώματα του βουλευτη τους. Πολλοι μάλιστα ηταν αυτοι που τον σταματουσαν στο δρόμο για να του φιλήσουν το χέρι, το δεξί που κρατουσε την κάλπη στον ωμο του καθως την κουβαλουσε σαν τενεκε με τσιμέντο η σοβά. (Αυτη ηταν άλλωστε και η δουλειά του: εργολάβος.) Την πολυκατοικία όπου έμενα στα Ιωάννινα την είχε χτίσει ο Καλογιάννης με το συνέταιρό του τον Καξίρα. Ο γιος του τελευταίου, φυσικος κι αυτος, έκανε το διδακτορικό του στο τεχνολογικο ινστιτουτο της Μασαχουσέτης μαζι με τον Ιωαννόπουλο. Έφτασα στα Ιωάννινα, τέλη Αυγούστου του '85. Τακτοποιήθηκα στο σπίτι. Τέσσερεις μηνες αργότερα είδα το σύννεφο για πρώτη φορά. Στην αρχη νόμιζα πως το τζάμι στο παράθυρο ηταν θαμπωμένο και το έτριψα με το χέρι μου να το καθαρίσω. Μάταια όμως και τρόμαξα πως κάτι δεν πάει καλα με την όρασή μου αφου δεν μπορουσα να ερμηνεύσω αυτό το οποίο έβλεπα και συνάμα δεν έβλεπα: μια λευκή, θαμπή, θολη εικόνα δίχως καμια οπτικη διαμόρφωση, δίχως κανένα σημείο που να μπορεί το μάτι να εστιάσει επάνω. Άνοιξα το παράθυρό μου και τότε είδα το σύννεφο να μπαίνει κυματιστα στο δωμάτιό μου, και απο όλο το ύψος του παραθύρου, και ν' απλώνεται στο πάτωμα. Μετα οι ντόπιοι μου είπαν πως ηταν η ομίχλη που προσπαθουσε να φτάσει κάτω απο το κρεββάτι μου και να κρυφτεί απο τον ήλιο. Με στόμφο όμως, κατέρριψα το επιχείρημά τους τονίζοντας πως το δωμάτιό μου ηταν βορεινο και πως επιπλέον είχα και το αερόθερμο αναμένο και έτσι το περιβάλλον δεν ηταν φιλικο για ένα σύννεφο που γυρεύει λύτρωση απο τον αργο θάνατο της θερμικης διαστολής. Κι όταν με ρώτησαν πως εξηγω το γεγονος πως το σύννεφο μπηκε στο δωμάτιό μου μόλις άνοιξα το παράθυρο, τους είπα πως η πίεση μέσα στο δωμάτιο ηταν χαμηλότερη απο την πίεση έξω, κι αυτο προκάλεσε μια ροη αέρα που παρέσυρε μαζί του και τους υδρατμους του νέφους. Δεν έμειναν όμως ικανοποιημένοι διότι δεν πολυκατάλαβαν τις ιδέες μου. Εξ' άλλου, η μόνη πίεση που γνώριζαν, ηταν η πίεση που τους έπαιρνε η Γεσθημανή, η παλια νοσοκόμα που με ύφος κοσμήτωρα ιατρικης σχολης ο οποίος ανακοινώνει την ανακάλυψη ενος πολυπόθητου και για πολλα χρόνια αναμενόμενου εμβολίου, πληροφορουσε τον πελάτη της για την αρτηριακή του πίεση. "Δέκα και μισο σήμερα μπαρμπα-Γιώργι" έλεγε, μ' έναν τόνο στη φωνή της που ξεπερνουσε σε βαρύτητα, ιατρικη γνωμάτευση εμπύρετου νοσήματος. Η Γεσθημανη ηταν μια προσωπικότητα στη γειτονιά. Οι περίοικοι την εμπιστεύονταν σχεδον τυφλά. Θα μπορουσαν να την αφήσουν να κάνει την εγχείρηση ανοιχτης καρδιας στον μπαρμπα-Γιώργι όπως του είχε υποσχεθεί σαν είδε την πίεσή του ν' ανεβοκατεβαίνει περίεργα στη διάρκεια της μέρας. Χρειάστηκε η παρέμβαση του παπα-Άνθιμου, του εφημέριου του Αγίου Νικολάου της Αγορας, για να γλυτώσει ο μπαρμπα-Γιώργι το θάνατο απο τα χέρια της Γεσθημανης και να τον βρεί τρείς μέρες μετα όταν βγαίνοντας απο το αποχωρητήριο με τα σώβρακα ακόμα κατεβασμένα, γλύστρισε στο παγωμένο χιόνι και τσάκισε το σβέρκο του στο κράσπεδο. Και πάλι χρειάστηκε η επέμβαση του πνευματικου ποιμένα της ενορίας του Το πιεσόμετρο το κουβαλουσε πάντοτε μαζί της. Το είχε απο τα μαυρα χρόνια του '40 που ηταν νοσοκόμα στον Ερυθρο Σταυρο και μετα βγηκε στο βουνο με τον ΕΛΑΣ και μετα πηρε την άγουσα για τα νησία ως εξόριστη νοσοκόμα. Μας είχε πεί πως είναι το ίδιο ακριβως πιεσόμετρο με το οποίο έπαιρνε την πίεση καπετανέων και συντρόφων και πως μάλιστα μερικοι απ' αυτους αργότερα γίνανε και βουλευτές.