Ο ΣΤΡΑΤΗΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους~ πως να μιλήσεις με τους πεθεμένους. Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών~ γι' αυτό σωπαίνουν ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν παρά δήμων ονείρων, παρά δήμων ονείρων. Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω κι α φωνάξω- Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα. Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί~ πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω. Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους και το φλασκί των ανέμων αδειάζει. Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει~ ξυπνώ σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας μέσα στα χάσματα της αστραπής, κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ' ανθρώπινα σώματα, κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαϊτες της μοίρας στην αξεδίψαστη γης συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα, Θα 'λεγες είναι φορτωμένοι σ' ένα παμπάλαιο κάρο κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλ- ντερίμια, οι αγάπανθοι τ' ασφοδίλια των νέγρων: Πώς να τη μάθω ετούτη τη Θρησκεία; Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη έπειτα έρχεται το αίμα κι η δίψα για το αίμα που την κεντρίζει το σπέρμα του κορμιού καθώς τ' αλάτι. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός ειναι το μακρινό ταξίδι~ εκείνο το σπίτι περιμένει μ' ένα γαλάζιο καπνό μ' ένα σκυλί γερασμένο περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό. Μα πρέπει να μ' αρμηνέψουν οι πεθαμένοι~ είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους, όπως τα βάθη της Θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι. Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης~ ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ! Η, δεν τους βλέπεις; -"Βοηθήστε μας!"- Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη. Τράνσβααλ, 14 Γενάρη '42 ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ Στoν Νάνη Παναγιωτόπουλο Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε. Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα, όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώ- νουνε τα τειχιά. Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε, όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παι- διά μας και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό~ μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρό- χειρο νοσοκομείο, το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλι- καριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι~ αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική και ήτανε κάποτε Θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δω- ρητής και δικαστής και δέλτα~ που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι πα- λαιοί γραμματισμένοι, κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός. Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη. Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά,βουλιάζει και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά. Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε γι' αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το με- γάλο ποτάμι αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα και ζωυτανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που Θερίζουν και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών. Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων κι από τα μάτια των αυθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα~ όταν κοιτάζουν ίσια- πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συν- ήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα, oχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι, πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν' αλλά- ζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει~ αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πό- Θου μας και της καρδιάς μας, στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει, πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς. Κάιρο, 20 lουνίου '42 ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν. Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες, πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~ νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων βαριά μια νάρκη. Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα- ράξει σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~ σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του Σαλέρνο πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο. Σιωπές αγαπημένες της σελήνης. Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο που ξέφυγε κρυφά και φέρνει μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους, και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει. Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία το κρατίδιο της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας, και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια. Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του Πρωτέα, ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του. Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη, ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων. Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~ ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~ χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα, στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους. Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο, άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~ σαν έρθει ο Θέρος προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~ σαν έρθει ο Θέρος άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο- ρεύουν. Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες, σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις; Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα; Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή; Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν. Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε. Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς. lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει, να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού, καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες. Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει- χνουν οι στατιστικές, ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~ ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας λεύγες και λεύγες~ ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας. Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~ στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο μνησιπήμων πόνος. Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία, ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..." Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν. Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44