ΕΛΕΝΗ Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το κα- λοκαίρι Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές Ολα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Ε- σένα! Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρι- νές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας Κι είμαστε - σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη - Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου. Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζήσει ολά- κερη Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελ- πίδα μας Μια που υπάρχει αλλού Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι Οχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής Ενα θολό συναίσθημα H μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μέσ' στις ψυχές μας που όσο παν κι απομακρύνονται Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας Κε αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου Το φως στον άσπιλο ουρανό Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ώ! μελαγχολική Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη Πσυ δε βλέπει τίποτε Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύ- πημα του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο Γιατί έγινε κιόλας Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα και λόγια Λόγια όχι σαν τ' άλλα μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν : Εσένα! Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί- μαιρας Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση! Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο- σμαρίνια - Μα που γύριζες Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου. Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας. Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη. Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκκαλο άλλο καλοκαίρι Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους, Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο, Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου. ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΑΥΚΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση Ελυτρα χρυσά του Αυγούστου στο μεσημεριάτικο ύπνο Με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ει- ρήνη του κόλπου των νερών Ε χ ε ι ο Θ ε ό ς Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα Θυμάμαι τα παιδόπουλα, τους ναύτες που έφευγαν Βάφοντας τα πανιά σαν την καρδιά τους Τραγουδούσαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μέσ' στα στήθια. Τι γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ' την ανατολή του ήλιου Με την ηλικία της θάλασσας στα μάτια Και με την υγεία του ήλιου στο κορμί - τι γύρευα Βαθιά στις θαλασσοσπηλιές μέσ' στα ευρύχωρα όνειρα Οπου άφριζε τα αισθήματά του ο άνεμος Αγνωστος και γλαυκός, χαράζοντας στα στήθια μου το πελαγίσιο του έμβλημα Με την άμμο στα δάχτυλα έκλεινα τα δάχτυλα Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα Ητανε η οδύνη - Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το αν- θρώπινο βάρος σου Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία Οπως την πρώτη μέρα μας στη γη Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες - Μα θυμάμαι πόνεσες Ητανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παν- τοτινά του ο χρόνος Σ' άφησα τότες Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ' άσπρα σπίτια Τ' άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω Στον ουρανό που φώτιζε μ' ένα μειδίασμα. Τώρα θα 'χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό Θα 'χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Ερωτας Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ' αντηχεί το Αιγαίο. Η ΤΡΕΛΛΗ ΡΟΔΙΑ Πρωινό ερωτηματικό κέφι a perdre haleine Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου ; Οταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που βάζει ανύποπτη μέσ' στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα Πού ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου Είναι η τρελλή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου; Στη μέρα που απ' τη ζήλια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ φτερά Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Πού ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα πού ανατέλλει; Πέστε μου, είναι η τρελλή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε Σ' αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που τρίζει τ' άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα; Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου εί- ναι η τρελλή ροδιά Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας; Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπεν- ταυγούστου Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει Τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελλή ροδιά;