I Δεv ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων. Εσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται Ν' αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο Της σωστής μου καρδιάς : Δεν ξέρω πια τη νύχτα. Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ' αρνιέται Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ' άστρα Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ' ούρανού Εξόν κι αν είναι τ' όνειρο που με ξανακοιτάζει Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα Εσπερε κάτω απ' την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια. II ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά-σιγά Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας 'Ενα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο! Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε : Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς 'Αχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες Σωμά βαθύ πλεούμενο της μέρας ! 'Ερχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών Ομως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνια Και ξαναβρίσκεις την αΘάνατη ώρα σου Οπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος Οπως μεσ' στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός. XIV Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα Mε τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες. Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια. Μια πεταλούδα πέταξε απ' τα στήθια μας 'Ητανε πιο λευκή Απ' το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές Πως δεν Θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε. Το βράδυ ανάψαμε φωτιά Και τραγουδούσαμε γύρω-τριγύρω : Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας λέγε μας τη ζωή. Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ' τα χέρια Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν Κι αν είναι αυτο που μας μεθάει μαγνήτης το γνωρίζουμε Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό το 'χουμε νιώσει Εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε Είμαστε από καλή γενιά. IV Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝlΑ Στον Αντρέα Καμπά Τοσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει Σιγά-σιγά : η μικρή Πορτοκαλένια ! Ετσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί Ετσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα Ετσι καθώς άστραψανε χελιδονοουρές Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν Κι όλα μαζί τη φώναξαν : Πορτοκαλένια ! Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος Ομως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια Τη λέει ο χτύπος του νερού μεσ' στις χρυσοστιγμές Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι : Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια ! Οπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους !