1 Εστρεψα καταπάνω μου τον θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιο- τρόπιο Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με την σγουρή στρωσιά του μαϊστρου Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά Ελαφρά βαλμένα το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Eλλάδα η δεύτερη του επάνω κόσμου. Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κάνεις Οπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του εωσότου ο άνεμος Του το γυρίσει σ'ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία του κοσμου Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο Που τo πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τερά- στιους Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Eλλάδα τη δεύτερη του επάνω κόσμου. 6 Τι θέλεις τι ζητάς που 'ναι το νόημα που σου 'πεσε απ'τα χέρια H μουσική που ακούς μόνος εσύ και τα γυμνά Πόδια που αλλάζουν γη σαν της χορεύτριας Ενώ τιvάζεται ο κομήτης των μαλλιών της και μια σπίθα Πέφτει μπροστά σου επάνω στο χαλί Κει που κοιτάς να σε απατά η αλήθεια Που πας ποια Θλίψη ποιο καιούμενο Φόρεμα είναι αυτό που σου αποσπά τη σάρκα ποια Mεταποιημένη αρχαία πηγή για να σε κάνει να χρησμοδοτείς Eτσι φύλλο το φύλλο καί βότσαλο το βότσαλο Εφηβε γονατιστέ στον διάφανο βυθό Που όσο κοιμάμαι και ονειρεύομαι τόσο σε βλέπω ν' ανε- βαίνεις M'ένα πανέρι πράσινα όστρακα και φύκια Δαγκάvovτας σα νόμισμα τη θαλασσα την ίδια που Σου'δωκε τη λάμψη αυτή το φως αυτό το νόημα που γυρεύεις.