Z' Η λεύκα στo μικρό περιβόλι η ανάσα της μετρά τις ώρες σου μέρα και νύχτα~ κλεψύδρα που γεμίζει ο ουρανός. Στη δύναμη του φεγγαριού τα φύλλα της σέρνουν μαύρα πατήματα στον άσπρο τοίχο. Στο σύνορο είναι λιγοστά τα πεύκα έπειτα μάρμαρα και φωταψίες κι άνθρωποι καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι. Ο κότσιφας όμως τιτιβίζει σαν έρχεται να πιεί κι ακούς καμιά φορά φωνή της δεκοχτούρας. Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές μπορείς να ιδείς το φως του ήλιου να πέφτει σε δυό κόκκινα γαρούφαλα σε μιαν ελιά και λίγο αγιόκλημα. Δέξου ποιός είσαι. Το ποίημα μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια Θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις. Τα περισσότερα- σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρείς. Η' Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν. Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου, τη δική σου φωνή όχι εκείνη που σ' αρέσει~ μουσική σου είναι η ζωή αυτή που σπατάλησες. Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το Θέλεις αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα που σε ρίχνει πίσω εκεί που ξεκίνησες. Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς ένιωσες τον πόνο του παλικαριού και το βογκητό της γυναίκας την πίκρα του άγουρου παιδιού- ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό. Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο~ τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες το άσπρο χαρτί. ΙΓ' Λίγο ακόμη και θα σταματήσει ο ήλιος. Τα ξωτικά της αυγής φύσηξαν στα στεγνά κοχύλια~ το πουλί κελάηδησε τρεις φορές τρεις φορές μόνο~ η σαύρα πάνω στην άσπρη πέτρα μένει ακίνητη κοιτάζοντας το φρυγμένο χόρτο εκεί που γλίστρησε η δεντρογαλιά. Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι ψηλά στο Θόλο του γαλάζιου- δες τον, Θ' ανοίξει. Αναστάσιμη ωδίνη.