Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης A Αειφόρος ανάπτυξη Η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης αναφέρεται σε μια οικονομική ανάπτυξη που θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες των κοινωνιών μας όσον αφορά την ευημερία, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και κυρίως μακροπρόθεσμα. Προϋποθέτει ότι η ανάπτυξη πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλοντικών γενιών. Συγκεκριμένα, χρειάζεται τη συγκέντρωση συνθηκών κατάλληλων για μια μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη η οποία να εξασφαλίζει το σεβασμό του περιβάλλοντος. Eξάλλου κατά την παγκόσμια σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης (Μάρτιος 1995) για την κοινωνική ανάπτυξη υπογραμμίστηκε η ανάγκη για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και την προστασία της υγείας. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η αειφόρος ανάπτυξη θα αναφέρεται ρητά στις αιτιολογικές σκέψεις της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλέπε: * Ανταγωνιστικότητα * Διεθνοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας Ανάληψη καθηκόντων από την Επιτροπή Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναθεώρησε εις βάθος τη διαδικασία διορισμού της Επιτροπής θεσπίζοντας την ανάληψη των καθηκόντων της. Υπάρχουν πλέον δύο διαδοχικές διαδικασίες που αφορούν κατά πρώτο λόγο τον πρόεδρο και κατά δεύτερο λόγο την Επιτροπή στο σύνολό της. Σε μια πρώτη φάση οι κυβερνήσεις των κρατών μελών συμφωνούν από κοινού για την προσωπικότητα που προτίθενται να διορίσουν ως πρόεδρο της Επιτροπής μετά από διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στη συνέχεια, σε διαβούλευση με τον επιλεχθέντα πρόεδρο, τα κράτη μέλη προτείνουν τις υπόλοιπες προσωπικότητες που προορίζονται να αναλάβουν μέλη της Επιτροπής. Το σώμα των επιτρόπων αφού συγκροτηθεί με τον τρόπο αυτό, υπόκειται σε ψήφο έγκρισης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη συνέχεια γίνεται ο οριστικός διορισμός από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Η διαδικασία αυτή εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις αρχές της τρέχουσας θητείας και παρέχει το διπλό πλεονέκτημα της ενίσχυσης της νομιμότητας της Επιτροπής και του διαλόγου μεταξύ των δύο οργάνων. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής * Σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανανεωμένο" ΝΑΤΟ Το "ανανεωμένο" ΝΑΤΟ αναφέρεται στη διαδικασία επανακαθορισμού της αποστολής και της λειτουργίας του ΝΑΤΟ. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από την αναγνώριση της ευρωπαϊκής ταυτότητας άμυνας, από την ενίσχυση του ευρωπαϊκού σκέλους του υπερατλαντικού συστήματος ασφάλειας, από τον νέο ρόλο που διαδραματίζει η ΔΕΕ και από την προοπτική της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς τις ανατολικές χώρες η οποία θα αφορά, σε πρώτη φάση, την Ουγγαρία, την Πολωνία και την Τσεχική δημοκρατία. Συνοδεύεται από τη διεύρυνση των σχέσεων του ΝΑΤΟ με τις τρίτες χώρες μέσω των εταιρικών σχέσεων για την ειρήνη και του Συμβουλίου Βορειο-Ατλαντικής Συνεργασίας (CCNA). Στο πλαίσιο αυτό η βασική πρόκληση είναι η θέσπιση στέρεης, σταθερής και διαρκούς εταιρικής σχέσης με τη Ρωσία καθώς και με την Ουκρανία. Βλέπε: * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * Κοινή αμυντική πολιτική * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * ΝΑΤΟ * Συλλογική άμυνα Ανάπτυξη της υπαίθρου Η ανάπτυξη της υπαίθρου συνδέεται με την κοινή γεωργική πολιτική και με τα μέτρα ενίσχυσης της απασχόλησης. Βασίζεται σε τέσσερις στόχους: * εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και οικονομική ενίσχυση των νέων γεωργών. προαγωγή των τουριστικών υποδομών και ενθάρρυνση των τοπικών επιχειρήσεων; * βελτίωση της πρόσβασης του τοπικού πληθυσμού στις υπηρεσίες (δίκτυα επικοινωνίας, διανομή ύδατος και ενέργειας, κ.τ.λ.); * παρεμπόδιση της αστυφιλίας μέσω της ενίσχυσης για την κατάρτιση των βιοτεχνών και του προσωπικού των ΜΜΕ. Βλέπε: * Κοινή Γεωργική Πολιτική * Πολιτική άμυνα, τουρισμός και ενέργεια Ανασύνταξη νομοθετικών κειμένων Ανασύνταξη νομοθετικών κειμένων νοείται η έκδοση, κατά τη διάρκεια νέας τροποποίησης που γίνεται σε βασική πράξη, νέας νομικής πράξης, η οποία ενσωματώνοντας τη νέα αυτή τροποποίηση στη βασική πράξη, καταργεί την πράξη αυτή. Σε αντίθεση με την κωδικοποίηση συνεπάγεται ουσιαστικές τροποποιήσεις. Επιτρέπει ακόμη τον σχηματισμό συνολικής άποψης για έναν νομοθετικό τομέα. Η νέα νομική πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα (σειρά L). Βλέπε : * Απλούστευση της νομοθεσίας * Κωδικοποίηση των νομοθετικών κειμένων Ανθρώπινα δικαιώματα Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει αναγνωρίσει στη νομολογία του τις αρχές που θεσπίσθηκαν με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβεβαιώθηκε στο προοίμιο της Ενιαίας Πράξης του 1986 και στη συνέχεια ενσωματώθηκε στο άρθρο ΣΤ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που βασίζεται στην προαναφερόμενη σύμβαση και στις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η εγγύηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα ενισχυθεί περισσότερο. Η νέα συνθήκη προβλέπει κυρίως ότι το Δικαστήριο θα είναι αρμόδιο για τη διασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο ΣΤ, όσον αφορά τη δράση των ευρωπαϊκών οργάνων. Παράλληλα, ορίζονται τα μέτρα που θα λαμβάνονται σε περίπτωση παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών πάνω στις οποίες βασίζεται η Ένωση, με την εισαγωγή ρήτρας αναστολής. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου * Ρήτρα αναστολής Ανταγωνιστικότητα Το Λευκό Βιβλίο του 1994 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση περιλαμβάνει προσανατολισμούς για μια σφαιρική πολιτική ανταγωνιστικότητας. Η τελευταία περικλείει τέσσερις στόχους, πάντα επίκαιρους : * Διευκόλυνση της ένταξης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε ένα σφαιρικό και αλληλεξαρτώμενο ανταγωνιστικό πλαίσιο. * Εκμετάλλευση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων τα οποία συνδέονται με την εξαΰλωση της οικονομίας. * Προαγωγή της αειφόρου βιομηχανικής ανάπτυξης. * Μείωση της απόκλισης μεταξύ των ρυθμών εξέλιξης της προσφοράς και της ζήτησης. Ο νέος τίτλος για την απασχόληση, που θα εισαχθεί στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, θα λαμβάνει υπόψη του τους στόχους που καθορίζονται από το Λευκό Βιβλίο. Βλέπε: * Αειφόρος ανάπτυξη * Απασχόληση * Διεθνοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας Απασχόληση Η απασχόληση τοποθετείται στο επίκεντρο της μέριμνας των κρατών μελών, δεδομένου του υψηλού επιπέδου του μέσου ποσοστού ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (περίπου 11%). Συνεχίζοντας στην κατεύθυνση του Λευκού Βιβλίου του 1993 της Επιτροπής όσον αφορά την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Έσσεν (9-10 Δεκεμβρίου 1994) καθόρισε πέντε τομείς προτεραιότητας για την προώθηση της απασχόλησης. Πρόκειται για: * τη βελτίωση των προοπτικών απασχόλησης για την προώθηση των επενδύσεων στην επαγγελματική κατάρτιση. * την αύξηση των θέσεων εργασίας στο πλαίσιο της ανάπτυξης. * τη μείωση του έμμεσου μισθολογικού κόστους. * την αύξηση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής που διέπει την αγορά εργασίας. * την ενίσχυση των μέτρων υπέρ των ομάδων που θίγονται ιδιαίτερα από την ανεργία. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπέβαλαν, κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δουβλίνου (13-14 Δεκεμβρίου 1996), κοινή έκθεση όσον αφορά την εφαρμογή των πέντε προτεραιοτήτων του Έσσεν στα κράτη μέλη. Στο ίδιο πλαίσιο, το σύμφωνο εμπιστοσύνης για την απασχόληση, που υπέβαλε τον Ιούνιο του 1996 ο Πρόεδρος της Επιτροπής, αποβλέπει στην κινητοποίηση όλων των ενδιαφερομένων παραγόντων σε μια πραγματική στρατηγική για την απασχόληση προκειμένου να καταστεί η απασχόληση θέμα κοινού ενδιαφέροντος σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να ενταχθεί η καταπολέμηση της ανεργίας σε μια μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη θεώρηση της κοινωνίας. Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η απασχόληση θα αποτελεί μέρος των στόχων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επομένως, θα της δοθεί νέα αρμοδιότητα, συμπληρωματική με αυτή των κρατών μελών, που θα αποβλέπει στην κατάρτιση συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση. Για το σκοπό αυτό, θα ενταχθεί στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένας νέος τίτλος για την «απασχόληση». Ο τίτλος αυτός προβλέπει : * την ένταξη της απασχόλησης σε άλλες κοινοτικές πολιτικές· * τη θέσπιση μηχανισμών συντονισμού σε κοινοτικό επίπεδο(έγκριση από το Συμβούλιο κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση και εποπτεία της εφαρμογής τους στα κράτη μέλη, δημιουργία συμβουλευτικής επιτροπής απασχόλησης)· * τη δυνατότητα έγκρισης από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία μέτρων ενθάρρυνσης, κυρίως πιλοτικών σχεδίων (επιπλέον των αντιστοίχων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία). Στις 21 Νοεμβρίου 1997 έλαβε χώρα εξαιρετική σύνοδος για την απασχόληση που επικεντρώθηκε σε τέσσερα θέματα : δυνατότητα απασχόλησης, επιχειρηματικό πνεύμα, προσαρμοστικότητα και ισότητα ευκαιριών. Βλέπε: * Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) * Επιτροπή για την απασχόλησης και την αγορά εργασίας * Συντονισμένη στρατηγική για την απασχόληση Απλούστευση της νομοθεσίας Η απλούστευση της νομοθεσίας αποβλέπει στην ελάφρυνση των νομοθετικών μηχανισμών χάρη στην αυστηρή εφαρμογή των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Η ανασύνταξη, η κωδικοποίηση και η ενοποίηση των νομοθετικών κειμένων διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία απλούστευσης. Η έννοια αυτή απέκτησε σταδιακά σημασία μετά από τη Λευκή Βίβλο για την εσωτερική αγορά και προωθήθηκε ρητά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Εδιμβούργου. Πράγματι, η σημαντικότερη προσπάθεια της τελευταίας δεκαετίας αφορά τη δημιουργία αγοράς που να διασφαλίζει τις τέσσερις ελευθερίες και η οποία είχε ως συνέπεια τη μεγάλη παραγωγή ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρήθηκε ότι η εργασία απλούστευσης της νομοθεσίας έχει προτεραιότητα, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα που απαιτείται στις ενέργειες της Κοινότητας. Το Μάϊο του 1996 τέθηκε σε εφαρμογή πιλοτικό πρόγραμμα (SLIM: Απλούστερη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά) το οποίο καλύπτει τέσσερις ειδικούς τομείς και θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλους τομείς. Δήλωση σχετικά με την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας επισυνάπτεται στην τελική πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Στη δήλωση αυτή συνιστάται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή να προσδιορίσουν κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας ως προς τη διατύπωση. Ζητείται ακόμη να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιταχυνθεί η τυπική κωδικοποίηση των νομοθετικών κειμένων. Βλέπε : * Ανασύνταξη νομοθετικών κειμένων * Διαφάνεια * Ενοποίηση των νομοθετικών κειμένων * Επικουρικότητα * Κωδικοποίηση των νομοθετικών κειμένων * Το ευανάγνωστο των Συνθηκών (Απλούστευση των συνθηκών) Απόφαση και απόφαση-πλαίσιο (Τίτλος VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση) Τα νέα αυτά μέσα του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις) θα αντικαταστήσουν την κοινή δράση με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ. Τα μέσα αυτά ως πιο πιο δεσμευτικά και καθοδηγητικά, θα πρέπει να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά στο πλαίσιο του αναδιοργανωμένου τρίτου πυλώνα. Η απόφαση-πλαίσιο θα χρησιμοποιείται για την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών. Θα δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί και θα αφήνει τις εθνικές αρχές να αποφασίσουν τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία θα το πράξουν. Η απόφαση θα χρησιμοποιείται για κάθε άλλο στόχο πλην της προσέγγισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών. Θα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εγκρίνονται από το Συμβούλιο με αυξημένη πλειοψηφία. Βλέπε : * Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Κοινή δράση * Τίτλος VI (ΔΕΥ) * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Άρθρο Ν Το άρθρο Ν της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί τη νομική βάση η οποία επιτρέπει τη σύγκληση διάσκεψης των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών (ΔΚΔ) με στόχο την αναθεώρηση των Συνθηκών. Προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος, ή η Επιτροπή, μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο σχέδια που να βαίνουν προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας αναθεώρησης. Εάν το Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, διατυπώσει ευνοϊκή γνώμη, ο πρόεδρος του Συμβουλίου συγκαλεί τη Διάσκεψη. Στη συνέχεια, η έναρξη ισχύος των τυχόν τροπολογιών υπόκειται σε επικύρωση από όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους. Η σύγκληση της ΔΚΔ του 1996 προβλεπόταν ρητώς από την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ η παράγραφος αυτή θα καταργηθεί. Βλέπε: * Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) Άρθρο 235 Το άρθρο 235 απηχεί την ιδέα των συντακτών της Συνθήκης της Ρώμης, σύμφωνα με την οποία οι εξουσίες που έχουν ανατεθεί με τη μορφή ειδικών καθηκόντων (λειτουργική αρμοδιότητα) ενδέχεται να μην επαρκούν για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί ρητώς από τις ίδιες τις Συνθήκες (καθ' ύλην αρμοδιότητα). Η χρήση του άρθρου αυτού επιτρέπει να συμπληρωθεί αυτό το κενό προβλέποντας ότι "αν ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της [...] και δεν προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις". Βλέπε: * Επικουρικότητα * Συμβούλιο της Ένωσης Αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης Η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης έχει ως στόχο τη διασφάλιση ισότητας στη μεταχείριση των ατόμων ανεξαρτήτως εθνικότητας, φύλου, φυλής, ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Η απαγόρευση κάθε διακριτικής μεταχείρισης λόγω ιθαγένειας προβλέπεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα περιληφθεί στη Συνθήκη ένα νέο άρθρο 6Α προκειμένου να συμπληρώσει την εγγύηση της απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπεται στις συνθήκες και να την επεκτείνει στις άλλες περιπτώσεις που προαναφέρονται (...). Βλέπε : * Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) * Ισότητα ευκαιριών * Ιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις Ο τίτλος VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (που ονομάζεται σήμερα «Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις» ή «τρίτος πυλώνας») θα μετασχηματιστεί συνολικά με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ και τη δημιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Από τούδε και εξής θα ονομάζεται «αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις» και θα έχει ως στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση των ακολούθων φαινομένων : * Του ρατσισμού και της ξενοφοβίας * της τρομοκρατίας * της εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων που στρέφονται κατά παιδιών * της εμπορίας ναρκωτικών * της εμπορίας όπλων * της δωροδοκίας και της απάτης Προβλέπεται η στενότερη συνεργασία μεταξύ των αστυνομικών δυνάμεων, των τελωνειακών και δικαστικών αρχών, απευθείας ή μέσω της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Europol) καθώς και η προσέγγιση των κανόνων ποινικού δικαίου των κρατών μελών, εάν κριθεί απαραίτητη. Αν και το Συμβούλιο θα συνεχίσει να διαδραματίζει τον κυριότερο ρόλο στον πυλώνα αυτό, ορισμένα από τα μέσα που θα μπορεί να χρησιμοποιηθούν θα αλλάξουν. Θα παραμείνουν η κοινή θέση και η σύμβαση ενώ η κοινή δράση θα αντικατασταθεί από δύο νέα μέσα : την απόφαση και την απόφαση -πλαίσιο. Επιπλέον, το κεκτημένο του Schengen θα ενταχθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλέπε : * Απόφαση και απόφαση-πλαίσιο * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις * Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Europol) * Κοινή δράση * Κοινή θέση (ΔΕΥ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Σύμβαση (ΔΕΥ) * Schengen (συμφωνία και σύμβαση) * Τίτλος VI (ΔΕΥ) * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Δ Δήλωση (ΚΕΠΠΑ) Η Δήλωση είναι ένα μέσο που δεν προβλέπεται στον τίτλο V της ΣΕΕ αλλά που χαρακτήριζε την ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία (ΕΠΣ). Δεν είναι εξαναγκαστική και χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία (ΕΠΣ) * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας(ΚΕΠΠΑ) Δημοκρατικό έλλειμμα Το δημοκρατικό έλλειμμα είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται κυρίως για να φανερώσει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υποφέρει από μιαν έλλειψη δημοκρατικότητας και ότι φαίνεται απρόσιτη στον πολίτη εξαιτίας της περίπλοκης λειτουργίας της. Φανερώνει μιαν αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κοινοτικό θεσμικό σύστημα κυριαρχείται από ένα θεσμικό όργανο που συσσωρεύει νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες, το Συμβούλιο και από ένα θεσμικό όργανο χωρίς πραγματική δημοκρατική νομιμότητα, την Επιτροπή (παρόλο που τα μέλη του σώματος των επιτρόπων ορίζονται από τα κράτη μέλη, υπόκεινται σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και είναι συλλογικά υπεύθυνα ενώπιον του Κοινοβουλίου Η αντίληψη ύπαρξης δημοκρατικού ελλείμματος πρέπει να αμβλυνθεί με την έναρξη ισχύος της συνθήκη του Άμστερνταμ που προβλέπει την επέκταση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τη συστηματική ενημέρωση των εθνικών Κοινοβουλίων. Επίσης, στη συνθήκη εγγράφεται ότι «η συνθήκη αποτελεί νέο στάδιο στην διαδικασία δημιουργίας ολοένα και πιο στενής ένωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται με το μεγαλύτερο σεβασμό της αρχής της διαφάνειας και όσο το δυνατόν πιο κοντά στους πολίτες». Βλέπε: * Διαφάνεια * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ισορροπία των θεσμικών οργάνων και δημοκρατική νομιμότητα Δημόσια Υπηρεσία Η έκφραση αυτή έχει δύο έννοιες : ενίοτε σημαίνει τον οργανισμό παραγωγής της υπηρεσίας, ενώ άλλοτε αναφέρεται στην αποστολή κοινής ωφέλειας που έχει ανατεθεί στον οργανισμό αυτό. Με στόχο να προαχθεί ή να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση της αποστολής κοινής ωφέλειας, οι δημόσιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον οργανισμό παραγωγής της υπηρεσίας, για παράδειγμα στον τομέα των επίγειων, εναερίων ή σιδηροδρομικών μεταφορών ή στον τομέα της ενέργειας. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να επιβάλλονται σε εθνική ή περιφερειακή κλίμακα. Πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά συγχέουμε εσφαλμένα τη δημόσια υπηρεσία με το δημόσιο τομέα (συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας διοίκησης), δηλαδή συγχέουμε αποστολή και νομικό καθεστώς, αποδέκτη και κύριο. Βλέπε: * Επικουρικότητα * Καθολική υπηρεσία * Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος * Υπηρεσίες κοινής ωφελείας * Χάρτης δημοσίων υπηρεσιών Διαδικασία απλής γνώμης Η διαδικασία απλής γνώμης προβλέπει ότι το Συμβούλιο προχωρεί σε διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μεριμνά ώστε να λάβει υπόψη του τις θέσεις του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλά μόνο από την υποχρέωση να προχωρήσει σε διαβούλευση με αυτό. Η διαδικασία αυτή αφορά κυρίως την κοινή γεωργική πολιτική. Βλέπε : * Ειδική πλειοψηφία * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) * Ομοφωνία * Συμβούλιο της Ένωσης Διαδικασία σύμφωνης γνώμης Η διαδικασία σύμφωνης γνώμης καθιερώθηκε από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η διαδικασία αυτή προϋποθέτει ότι το Συμβούλιο πρέπει να έχει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (απόλυτη πλειοψηφία των μελών του) για να λάβει ορισμένες αποφάσεις μείζονος σημασίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να αποδεχτεί ή να απορρίψει μια πρόταση αλλά δεν μπορεί να την τροποποιήσει. Η σύμφωνη γνώμη αφορά κυρίως την προσχώρηση νέων κρατών μελών και ορισμένες διεθνείς συμφωνίες. Εξάλλου, απαιτείται για θέματα σχετικά με την ιθαγένεια, την ειδική αποστολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τις τροποποιήσεις των κανονισμών υπηρεσιακής κατάστασης του Ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα διαρθρωτικά ταμεία και το ταμείο συνοχής καθώς και την ενιαία εκλογική διαδικασία για τις ευρωπαϊκές εκλογές. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ζητείται και για την περίπτωση κυρώσεων που εφαρμόζονται εάν διαπιστωθεί σοβαρή και διαρκής παραβίαση των θεμελιωδών αρχών από κράτος μέλος (νέο άρθρο ΣΤ 1). Βλέπε : * Ειδική πλειοψηφία * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ομοφωνία * Συμβούλιο της Ένωσης Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Β (συναπόφαση) Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Β (συναπόφαση) θεσπίστηκε από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δίδει την εξουσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να θεσπίζει πράξεις από κοινού με το Συμβούλιο. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή ενισχύει τη νομοθετική εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στους ακόλουθους τομείς : ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, δικαίωμα εγκατάστασης, υπηρεσίες της εσωτερικής αγοράς, εκπαίδευση (δράσεις ενθάρρυνσης), υγεία (δράσεις ενθάρρυνσης), καταναλωτές, διευρωπαϊκά δίκτυα (προσανατολισμοί), περιβάλλον (πρόγραμμα δράσης γενικού χαρακτήρα), πολιτισμός (δράσεις ενθάρρυνσης) και έρευνα (πρόγραμμα-πλαίσιο). Επισημαίνεται ότι στην έκθεσή της του Ιουλίου 1996 για το πεδίο εφαρμογής της συναπόφασης, η Επιτροπή πρότεινε να επεκταθεί η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 189Β, στο σύνολο των δραστηριοτήτων νομοθετικής φύσεως της Κοινότητας. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η διαδικασία συναπόφασης θα απλουστευθεί προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ταχύτητα και διαφάνεια. Επιπλέον, θα επεκταθεί σε νέα θέματα και συγκεκριμένα τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη δημόσια υγεία ή ακόμη την καταπολέμηση της απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Βλέπε : * Ειδική πλειοψηφία * Επιτροπή Συνδιαλλαγής * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Συμβούλιο της Ένωσης Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ (συνεργασία) Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ (συνεργασία) θεσπίστηκε από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Έδωσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσει τη νομοθετική διαδικασία με τη «διπλή ανάγνωση» των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής. Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμόζεται ιδίως στους ακόλουθους τομείς: στις μεταφορές, στη μη διακριτική μεταχείριση, στην εφαρμογή του άρθρου 104 (πιστώσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών), στο κοινωνικό ταμείο, στην επαγγελματική κατάρτιση, στα διευρωπαϊκά δίκτυα, στην οικονομική και κοινωνική συνοχή, στην έρευνα, στο περιβάλλον, στη συνεργασία στην ανάπτυξη, στην ασφάλεια και στην υγεία των εργαζομένων (άρθρο 118Α), στη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική, κλπ. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συνεργασίας θα περιοριστεί σημαντικά προς όφελος της διαδικασίας συναπόφασης (άρθρο 189Β της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και θα αφορά πλέον μόνο ορισμένες πτυχές συνδεόμενες με την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (...). Βλέπε: * Ειδική πλειοψηφία * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) * Συμβούλιο της Ένωσης Διακήρυξη του Petersberg της 19ης Ιουνίου 1992 (Αποστολές του Petersberg) Η Διακήρυξη του Petersberg αποτελεί κεντρικό στοιχείο της βούλησης να αναπτυχθεί η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) ως συνιστώσα της άμυνας της ΕΕ και ως μέσο ενίσχυσης του ευρωπαϊκού σκέλους της ατλαντικής συμμαχίας (ΝΑΤΟ). Τα τρία μέρη αυτής της διακήρυξης καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές της μελλοντικής ανάπτυξης της ΔΕΕ. Τα κράτη μέλη της ΔΕΕ δηλώνουν έτοιμα να θέσουν στη διάθεση της ΔΕΕ στρατιωτικές μονάδες προερχόμενες από όλο το φάσμα των συμβατικών τους δυνάμεων προκειμένου να συμμετάσχουν σε στρατιωτικές αποστολές υπό την ΔΕΕ. Προσδιορίστηκαν τα διάφορα είδη στρατιωτικών αποστολών που μπορούν να ανατεθούν στην ΔΕΕ: εκτός από τη συμβολή στην κοινή άμυνα στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον και του άρθρου V της Συνθήκης των Βρυξελλών που τροποποιήθηκε, οι στρατιωτικές μονάδες των κρατών μελών της ΔΕΕ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για: * ανθρωπιστικές αποστολές ή αποστολές απομάκρυνσης υπηκόων. * αποστολές διατήρησης της ειρήνης. * αποστολές ενόπλων δυνάμεων για τη διαχείριση κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων αποκατάστασης της ειρήνης. 1/4ταν θα αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ, αυτές οι ονομαζόμενες αποστολές του Petersberg θα ενταχθούν ρητά σε νέο άρθρο Ι.7 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που θα αντικαταστήσει το παρόν άρθρο Ι.4. Στη διακήρυξη του Petersberg αναφέρεται επίσης ότι η ΔΕΕ είναι έτοιμη να στηρίξει, κατά περίπτωση και βάσει των διαδικασιών της, την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων πρόληψης των συρράξεων και διαχείρισης των κρίσεων και ιδίως τις δραστηριότητες διατήρησης της ειρήνης της ΔΑΣΕ (που έγινε τώρα ΟΑΣΕ) ή του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, η διακήρυξη αποφαίνεται υπέρ μιας στέρεης υπερατλαντικής εταιρικής σχέσης και υπογραμμίζει τη σημασία της εφαρμογής της δήλωσης σχετικά με τη ΔΕΕ (υπ' αριθ. 30) που αποτελεί παράρτημα της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Το τρίτο σκέλος της διακήρυξης αφορά τη διεύρυνση της ΔΕΕ: τα κράτη μέλη καθορίζουν εκεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ατλαντικής συμμαχίας ως μελλοντικά μέλη, παρατηρητές ή συνδεδεμένα μέλη. Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * ΝΑΤΟ * Παρατηρητής στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * Συλλογική άμυνα * Συνδεδεμένα μέλη της ΔΕΕ * Συνδεδεμένοι εταίροι της ΔΕΕ Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) Η έννοια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης (ΔΚΔ) περιλαμβάνει μια διαπραγμάτευση μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών τα αποτελέσματα της οποίας θα καταστήσουν δυνατή την τροποποίηση των συνθηκών. Έχει εξέχουσα σημασία στο επίπεδο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπου οι μεταβολές της θεσμικής και νομικής διάρθρωσης -ή απλούστερα του περιεχομένου των Συνθηκών- αποτέλεσαν πάντοτε καρπό διακυβερνητικών διασκέψεων (π.χ. Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση). Στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έγιναν έξι διακυβερνητικές διασκέψεις, τέσσερις εκ των οποίων από το 1985 και μετά. Η ΔΚΔ του 1996 ήταν η η έκτη και περιλάμβανε τακτικές συνεδριάσεις, καταρχήν μια φορά το μήνα, σε επίπεδο Υπουργών Εξωτερικών. Η ΔΚΔ αυτή άρχισε στις 29 Μαρτίου 1996 και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ (16-17 Ιουνίου 1997) με την έγκριση της συνθήκης του Άμστερνταμ. Τις εργασίες προετοίμασε προηγουμένως μια ομάδα αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών κάθε κράτους μέλους καθώς και του αρμοδίου για τα θεσμικά θέματα Επιτρόπου, ενώ η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου κάλυψε την πρακτική οργάνωση των εν λόγω εργασιών. Καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών της Διάσκεψης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερωνόταν τακτικά για την πορεία των συζητήσεων και μπόρεσε να εκφράσει την άποψή του για όλα τα συζητούμενα θέματα κάθε φορά που το έκρινε σκόπιμο. Βλέπε: * Άρθρο Ν * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Συμβούλιο της Ένωσης * Συνθήκη του Άμστερνταμ Διαφάνεια Η έννοια της διαφάνειας αναφέρεται συχνά στη γλώσσα των οργάνων και σημαίνει τη σαφήνεια στη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων. Συνδέεται με τις ποικίλες αιτήσεις που αφορούν την ευρύτερη πρόσβαση του πολίτη στην ενημέρωση και στα έγγραφα της Ένωσης καθώς και το πιο ευανάγνωστο των κειμένων (απλούστευση των συνθηκών, ενοποίηση των νομοθετικών κειμένων, κ.λ.π.). Γίνεται συχνά επίκληση της έλλειψης διαφάνειας για να αποδοθεί το γενικευμένο αίσθημα ότι τα ευρωπαϊκά όργανα είναι μακρινά και μυστικά και ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι δυσνόητες για τον ευρωπαίο πολίτη. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα περιληφθεί στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ένα νέο άρθρο, 191 Α, αφιερωμένο στη διαφάνεια. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για κάθε πολίτη της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την καταστατική έδρα του σε ένα κράτος μέλος. Οι γενικές αρχές και τα όρια πρόσβασης στα έγγραφα αυτά (για λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος) καθορίζονται από το Συμβούλιο σε συναπόφαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το αργότερο εντός διετίας από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ. Καθένα από τα τρία προαναφερόμενα όργανα θα εισάγει στον εσωτερικό του κανονισμό εθνικές διατάξεις για την πρόσβαση στα δικά του έγγραφα. Βλέπε: * Δημοκρατικό έλλειμμα Διαφάνεια των εργασιών του Συμβουλίου Στο πλαίσιο της συζήτησης που αφορά τη διαφάνεια των εργασιών του Συμβουλίου, η προσοχή επικεντρώνεται σε δύο κύρια στοιχεία : * τη δημοσιότητα των συσκέψεων του Συμβουλίου. * την πρόσβαση στα πρακτικά και στις προσαρτώμενες δηλώσεις που αφορούν την αιτιολόγηση των ψήφων. Μετά την τροποποίηση του εσωτερικού του κανονισμού (6.12.1993), το Συμβούλιο ακολουθεί την εξής πολιτική : κατά γενικό κανόνα, οι συσκέψεις του παραμένουν μυστικές αλλά έχει και ανοικτές συζητήσεις (π.χ. εξαμηνιαίο πρόγραμμα εργασίας της Προεδρίας). Σε ότι αφορά τη δημοσιότητα και την αιτιολόγηση των ψήφων των κρατών μελών, το Συμβούλιο ενέκρινε κώδικα συμπεριφοράς (2.10.1995) που επιτρέπει την πρόσβαση στο κοινό όταν το Συμβούλιο ενεργεί ως νομοθέτης. Οι πρακτικές λεπτομέρειες της πρόσβασης αυτής καθορίστηκαν από το Coreper της 8ης Νοεμβρίου στην έκθεση για την εσωτερική διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί. Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, οι αρχές της πρόσβασης στα έγγραφα θα περιληφθούν στο άρθρο 151 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στα πλαίσια αυτά όλοι θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στα αποτελέσματα και στις επεξηγήσεις ψήφου καθώς και στις γραπτές δηλώσεις στα πρακτικά. Βλέπε : * Διαφάνεια * Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper) Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση (ευελιξία) Η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση αφορά τη διαδικασία εκείνη ολοκλήρωσης στην οποία τα κράτη μέλη επιλέγουν να προχωρήσουν σύμφωνα με διαφορετικούς ρυθμούς ή/και στόχους. Η ολοκλήρωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ενός μονολιθικού συνόλου κρατών που επιδιώκουν τους ίδιους στόχους με τον ίδιο ρυθμό. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση θα βρει την συγκεκριμένη έκφρασή της μέσω γενικών ρητρών, που θα ενταχθούν στο νέο τίτλο της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που αφορά τη στενότερη συνεργασία. Βλέπε: * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Ευρώπη "α λα καρτ" * Ευρώπη "μεταβλητής γεωμετρίας" * Ευρώπη "πολλών ταχυτήτων" * Ομόκεντροι κύκλοι * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Στενότερη συνεργασία Διεθνοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας Το φαινόμενο της διεθνοποίησης της οικονομικής δραστηριότητας επισημάνθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τορίνο ως μία από τις κύριες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο τέλος του αιώνα. Το φαινόμενο αυτό αναφέρεται στη διαδικασία της αυξανόμενης οικονομικής ολοκλήρωσης της παγκόσμιας οικονομίας οι βασικοί κινητήριοι μοχλοί της οποίας είναι οι ακόλουθοι: * η απελευθέρωση των διεθνών συναλλαγών και της διακίνησης των κεφαλαίων. * η επιτάχυνση της τεχνολογικής προόδου και η εμφάνιση της κοινωνίας των πληροφοριών. * η κατάργηση των ρυθμίσεων. Τα τρία αυτά στοιχεία ενισχύονται αμοιβαία καθόσον η τεχνολογική πρόοδος ευνοεί τις διεθνείς συναλλαγές και το παγκόσμιο εμπόριο επιτρέπει την ευρύτερη διάδοση των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Παράλληλα, η κατάργηση των ρυθμίσεων αποτελεί κίνητρο για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και συμβάλλει στην εξάλλειψη των φραγμών στις συναλλαγές. Ωστόσο, ορισμένοι προσάπτουν σε αυτή την τεχνολογική πρόοδο το γεγονός ότι παρέχει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες να παρακάμπτουν ευκολότερα τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις. Διεύρυνση Η έννοια της διεύρυνσης περιλαμβάνει τα τέσσερα διαδοχικά κύματα των νέων προσχωρήσεων τα οποία γνώρισε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και μέσω των οποίων εννέα κράτη προστέθηκαν μέχρι σήμερα στα έξι ιδρυτικά κράτη που είναι η Γερμανία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες. Αυτές οι διαδοχικές διευρύνσεις ήταν οι ακόλουθες: * 1973: Δανία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο. * 1981: Ελλάδα. * 1986: Ισπανία και Πορτογαλία. * 1995: Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία. Απένταντι στον αυξανόμενο αριθμό των υποψηφίων για ένταξη, η έννοια της διεύρυνσης προσλαμβάνει σήμερα ένα εντελώς ιδιαίτερο νόημα το οποίο απορρέει από την πεποίθηση ότι το σύστημα το οποίο προέκυψε από τη Συνθήκη της Ρώμης δεν θα μπορεί πλέον να λειτουργεί αποτελεσματικά σε μια Ένωση των 25 έως 30 μελών χωρίς μια μεταρρύθμιση των οργάνων και ορισμένων πολιτικών της ΄Ενωσης. Ως εκ τούτου, έχει αρχίσει μια πολωμένη συζήτηση σχετικά με τους όρους "διεύρυνση" και "εμβάθυνση". Κατά την άποψη ορισμένων, η διεύρυνση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς μια εις βάθος μεταρρύθμιση των οργάνων και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατ' άλλους, η διεύρυνση αποτελεί προτεραιότητα (συχνά με την υστερόβουλη ιδέα ότι θα διαλύσει την πολιτική φιλοδοξία της Ένωσης). Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα πρωτόκολλο για τα θεσμικά όργανα. Το πρωτόκολλο αυτό θα προβλέπει ότι τουλάχιστον ένα έτος προτού τα κράτη μέλη της Ένωσης ξεπεράσουν τα είκοσι θα συγκληθεί νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη για να ρυθμιστούν τα θεσμικά προβλήματα που συνδέονται με τη διεύρυνση, κυρίως η στάθμιση των ψήφων και η σύνθεση της Επιτροπής. Επίσης, η επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία προβλήθηκε ως ουσιώδης προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία των θεσμικών οργάνων σε μία διευρυμένη Ευρώπη (βλέπε από την άποψη αυτή την κοινή δήλωση του Βελγίου, της Γαλλίας και της Ιταλίας που προσαρτήθηκε στην Τελική Πράξη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης). Στις 15 Ιουλίου 1997, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το έγγραφο Πρόγραμμα δράσης Agenda 2000 που επίσης συνδέεται στενά με τη διεύρυνση και στο οποίο προσεγίζονται όλα τα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στις αρχές του 21ου αιώνα. Βλέπε: * Διακυβερνητική Διάσκεψη * Εμβάθυνση * Πρόγραμμα δράσης Agenda 2000 * Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο * Σύνθεση της Επιτροπής Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις (ΔΕΥ) Η δικαιοσύνη και οι εσωτερικές υποθέσεις εντάχθηκαν στο πεδίο δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης χάρη στον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση του 1992 (καλούμενο επίσης τρίτο πυλώνα). Η συνεργασία αυτή αποβλέπει στην εδραίωση της Ένωσης ως χώρου ασφάλειας και ελευθερίας όπου εφαρμόζεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων. Καλύπτει τους ακόλουθους τομείς: * την πολιτική σε θέματα ασύλου * τους κανόνες διέλευσης των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών * την πολιτική μετανάστευσης * την καταπολέμηση των ναρκωτικών * την καταπολέμηση της διεθνούς απάτης * την δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις * την τελωνειακή συνεργασία * την αστυνομική συνεργασία. Θεσπίστηκαν διάφορα μέσα προκειμένου να ληφθούν μέτρα στους τομείς αυτούς : η κοινή δράση, η κοινή θέση και η σύμβαση. Αν και σημειώθηκε σημαντική πρόοδος, ο απολογισμός της συνεργασίας αυτής αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής. Διατυπώθηκε με κοινή συναίνεση η ανάγκη θέσπισης αποτελεσματικότερων διατάξεων προκειμένου να ενισχυθούν οι δομές συνεργασίας και να εισαχθούν στο κοινοτικό πλαίσιο οι προαναφερόμενοι τομείς που αφορούν τον έλεγχο των ατόμων (άσυλο, μετανάστευση, διέλευση εξωτερικών συνόρων). Η συνθήκη του Άμστερνταμ αναδιοργανώνει τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων. Μετά την έναρξη ισχύος της θα δημιουργηθεί ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Ορισμένοι τομείς θα «κοινοτικοποιηθούν» και θα εμφανισθούν νέοι τομείς και μέθοδοι. Επιπλέον «ο χώρος Schengen» που δημιουργήθηκε εκτός του νομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, μετά από πρωτοβουλία ορισμένων κρατών που επιθυμούσαν να προχωρήσουν περαιτέρω στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων θα ενταχθεί στη νέα συνθήκη. Βλέπε: * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Επιτροπή του άρθρου Κ4 (ΔΕΥ) * Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Εuropol) * Κοινή δράση (ΔΕΥ) * Κοινή θέση (ΔΕΥ) * Κοινοτική διασύνδεση (ΔΕΥ) * Κοινοτικοποίηση * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Σένγκεν (συμφωνία και σύμβαση) * Σύμβαση (ΔΕΥ) * Τίτλος VI * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Δικαίωμα αναφοράς Το δικαίωμα αναφοράς είναι το δικαίωμα που έχει κάθε πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ατομικά ή μαζί με άλλους πολίτες, να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αίτημα ή καταγγελία σχετικά με ένα αντικείμενο το οποίο υπάγεται στους τομείς δραστηριότητας της Κοινότητας και που τον ή την αφορά άμεσα (άρθρο 8Δ και138Δ της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας). Η κοινοβουλευτική επιτροπή αναφορών εξετάζει το παραδεκτό των αιτήσεων. Μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο, να υποβάλει ερώτηση στο διαμεσολαβητή. Για να προετοιμάσει την άποψή της όσον αφορά ένα αίτημα που κρίνεται παραδεκτό, μπορεί να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να της υποβάλει έγγραφα ή να της κοινοποιήσει πληροφορίες. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, το άρθρο 8Δ θα συμπληρωθεί από νέο εδάφιο, το οποίο θα διευκρινίζει ότι κάθε πολίτης της Ένωσης μπορεί να απευθυνθεί γραπτώς σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης (καθώς και σε γαελικά) σε κάθε ευρωπαϊκό όργανο, στην Επιτροπή των Περιφερειών, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να λάβει απάντηση συντεταγμένη στην ίδια γλώσσα. Βλέπε: * Ευρωπαίος διαμεσολαβητής * Ιθαγένεια της Ένωσης Δικαίωμα πρωτοβουλίας Η Επιτροπή προκειμένου να διαδραματίσει πλήρως το ρόλο του θεματοφύλακα των συνθηκών και του γενικού συμφέροντος έχει προβλέψει για την ίδια δικαίωμα πρωτοβουλίας που της παρέχει το καθήκον και την υποχρέωση να υποβάλλει προτάσεις σχετικά με τα ζητήματα που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη είτε γιατί η Συνθήκη το προβλέπει ρητώς, είτε γιατί η ίδια η Επιτροπή το κρίνει απαραίτητο. * Αυτό το δικαίωμα πρωτοβουλίας είναι : αποκλειστικό στον κοινοτικό τομέα γιατί η αρχή είναι ότι το Συμβούλιο δεν αποφασίζει παρά "βάσει προτάσεως της Επιτροπής", προκειμένου κάθε πρωτοβουλία να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο χαρακτηριζόμενο από συνοχή. * Αντίθετα, στους τομείς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας καθώς και για ορισμένα ζητήματα που ανάγονται στη δικαιοσύνη και στις εσωτερικές υποθέσεις η Επιτροπή μοιράζεται το δικαίωμα αυτό με τα κράτη μέλη. Εξάλλου, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο μπορούν, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο, να ζητήσουν από την Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις πρωτοβουλιών. Το δικαίωμα αυτό θεωρείται θεμελιώδες στοιχείο της θεσμικής ισορροπίας της Κοινότητας. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η ικανότητα πρωτοβουλίας της Επιτροπής θα επεκταθεί στις νέες πολιτικές (απασχόληση, υγεία), στα θέματα που άπτονται της ελευθερίας κυκλοφορίας των προσώπων διότι οι τομείς αυτοί θα «κοινοτικοποιηθούν» και στον τρίτο πυλώνα. Στο πλαίσιο του τρίτου αυτού πυλώνα, η Επιτροπή θα μοιράζεται με τα κράτη μέλη το δικαίωμα πρωτοβουλίας κατά τα πρώτα πέντε έτη από την έναρξη ισχύος της συνθήκης· μετέπειτα το δικαίωμα αυτό θα αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα της Επιτροπής. Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελείται από δεκαπέντε δικαστές, συνεπικουρούμενους από εννέα Γενικούς Εισαγγελείς διορισμένους για έξι χρόνια με κοινή συμφωνία από τα κράτη μέλη. Εκπληρώνει δύο βασικές λειτουργίες: * εξακριβώνει τη συμβατότητα των πράξεων των ευρωπαϊκών οργάνων και των κυβερνήσεων με τις Συνθήκες. * αποφαίνεται, με αίτηση ενός εθνικού δικαστηρίου, για την ερμηνεία ή την ισχύ των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο επικουρείται από ένα Πρωτοδικείο που εξετάζει ειδικότερα τις διοικητικές υποθέσεις των ευρωπαϊκών οργάνων και τις διαφορές που προκαλούνται από τους κανόνες ανταγωνισμού. Διπλή πλειοψηφία Με την προοπτική της διευρυμένης Ευρώπης, έχουν διατυπωθεί προτάσεις ώστε να διατηρηθεί η σημερινή ισορροπία μεταξύ "μεγάλων" και "μικρών" κρατών κατά τη λήψη αποφάσεων στα πλαίσια του Συμβουλίου. Απαιτώντας την πλειοψηφία των κρατών μελών και του πληθυσμού της Ένωσης θα μπορούσαμε να αποφύγουμε ό,τι ορισμένοι θεωρούν ως εξέλιξη προς την "υπερεκπροσώπηση" των μικρών χωρών. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διατηρηθεί το κατώτατο όριο της ειδικής πλειοψηφίας (70% επί του παρόντος), αλλά τα κράτη μέλη με θετική ψήφο πρέπει να αντιπροσωπεύουν τα τρία πέμπτα του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Τα κατώτατα όρια αυτής της διπλής πλειοψηφίας θα μπορούσαν να ποικίλλουν ανάλογα με τους τομείς. Το θεσμικό ζήτημα της λήψης αποφάσεων στη διευρυμένη Ευρώπη δεν επιλύθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Επίσης, από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα επισυναφθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα πρωτόκολλο για τα θεσμικά όργανα υπό το πρίσμα της διεύρυνσης. Το πρωτόκολλο αυτό συνδέει το ζήτημα της λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο με το μέγεθος της Επιτροπής και προβλέπει ότι κατά την ημερομηνία της πρώτης διεύρυνσης η Επιτροπή θα αποτελείται από ένα υπήκοο από κάθε κράτος μέλος της, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την ημερομηνία αυτή θα έχει τροποποιηθεί η στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο, είτε από νέα στάθμιση των ψήφων, είτε από διπλή πλειοψηφία. Επιπλέον, το πρωτόκολλο προβλέπει ότι θα συγκληθεί νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη τουλάχιστον ένα έτος προτού τα κράτη μέλη της Ένωσης ξεπεράσουν τα είκοσι για να αναθεωρηθούν οι κανόνες θεσμικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλέπε: * Διεύρυνση * Ειδική πλειοψηφία * Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο * Σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) Η ΔΕΕ είναι ένα οργανισμός συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια που ιδρύθηκε το 1948. Αποτελείται από τα κράτη μέλη της ΕΕ (εκτός της Αυστρίας, της Δανίας, της Φινλανδίας, της Ιρλανδίας και της Σουηδίας που έχουν καθεστώς παρατηρητή). Η Ισλανδία, η Νορβηγία και η Τουρκία είναι συνδεδεμένα κράτη. Η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ανύψωσε την ΔΕΕ στο επίπεδο «του αναπόσπαστου μέρους της ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης» διατηρώντας ωστόσο τη θεσμική αυτονομία της. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στη ΔΕΕ να επεξεργαστεί και να εφαρμόσει τις αποφάσεις και τις δράσεις που έχουν προεκτάσεις στον τομέα της άμυνας. Βλέπε : * Aνανεωμένο ΝΑΤΟ * Διακήρυξη του Petersberg (Αποστολές του Petersberg) * Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * ΝΑΤΟ * Παρατητηρής στη ΔΕΕ * Συνδεδεμένα μέλη της ΔΕΕ * Συνδεδεμένοι εταίροι στη ΔΕΕ Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Ε Εθνικά Κοινοβούλια Από το 1989 συνέρχονται ανά εξάμηνο βουλευτές των αρμοδίων επιτροπών των εθνικών Κοινοβουλίων καθώς και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της Διάσκεψης των ειδικευμένων σε κοινοτικά θέματα οργάνων των Κοινοβουλίων της ΕΕ (COSAC). Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Μάαστριχτ, οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης επεκτάθηκαν σε τομείς που ανήκουν παραδοσιακά στην εθνική δικαιοδοσία, όπως η δικαιοσύνη και οι εσωτερικές υποθέσεις. Για το λόγο αυτό, η σημασία των ανταλλαγών μεταξύ των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπογραμμίστηκε σε δήλωση σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, ζητήθηκε από τις εθνικές κυβερνήσεις να διαβιβάζουν εγκαίρως στα εθνικά τους κοινοβούλια τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής για ενδεχόμενη εξέταση. Η καλύτερη ενημέρωση των εθνικών κοινοβουλίων θα συμβάλει στην ευρύτερη συμμετοχή τους στις κοινοτικές διαδικασίες και στον αποτελεσματικότερο δημοκρατικό έλεγχό τους. Μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ, θα επισυναφθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτόκολλο για το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων το οποίο προσδιορίζει ποιές πληροφορίες πρέπει επιτακτικά να διαβιβαστούν στα εθνικά κοινοβούλια (λευκές βίβλοι, πράσινες βίβλοι, ανακοινώσεις και νομοθετικές προτάσεις). Θα τηρείται προθεσμία έξι εβδομάδων από τη στιγμή που μια πρόταση για πράξη υποβάλλεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η πρόταση εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου, προκειμένου τα εθνικά κοινοβούλια να μπορούν ενδεχομένως να τη συζητήσουν. Εξάλλου, η COSAC θα μπορεί να υποβάλει στα όργανα της Ένωσης κάθε συνεισφορά που κρίνει κατάλληλη καθώς και να εξετάσει κάθε πρόταση νομοθετικής πράξης σε σχέση με τη θέσπιση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (σε σχέση με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου). Βλέπε: * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ειδική πλειοψηφία Η ειδική πλειοψηφία αντιστοιχεί στον αριθμό των ψήφων που πρέπει να συγκεντρωθούν στα πλαίσια του Συμβουλίου, προκειμένου να εγκριθεί απόφαση κατά τις συζητήσεις που γίνονται βάσει του άρθρου 148, παρ. 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το ελάχιστο όριο της ειδικής πλειοψηφία ορίζεται σε 62 ψήφους επί 87 (71% των ψήφων). Οι ψήφοι κατανέμονται κατά τον ακόλουθο τρόπο: Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο 10 ψήφοι. Ισπανία 8 ψήφοι. Βέλγιο, Ελλάδα, Κάτω Χώρες και Πορτογαλία 5 ψήφοι. Αυστρία και Σουηδία 4 ψήφοι. Δανία, Ιρλανδία και Φινλανδία 3 ψήφοι. Λουξεμβούργο 2 ψήφοι. Βλέπε: * Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο * Συμβιβασμός των Ιωαννίνων * Συμβούλιο της Ένωσης Ελεγκτικό Συνέδριο Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη που διορίζονται για έξι χρόνια με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου της Ένωσης μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ελέγχει τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης, καθώς και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστησε πλήρως θεσμικό όργανο το Ελεγκτικό Συνέδριο. Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, το Ελεγκτικό Συνέδριο θα μπορεί επίσης να επισημαίνει κάθε παρατυπία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Επιπλέον, η εξουσία ελέγχου του θα διευρυνθεί και στα κοινοτικά ταμεία των οποίων η διαχείριση γίνεται από εξωτερικούς οργανισμούς και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Έλεγχος της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου Ο έλεγχος της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου υπάγεται στη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι ο "θεματοφύλακας των Συνθηκών". Απηχεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνεται στο δίκαιο και ότι στόχος της είναι η εξασφάλιση της τήρησής του και της πραγματικής εφαρμογής του μέσα στα κράτη μέλη και από αυτά. Κατά τα καθήκοντα ελέγχου που ασκεί, η Επιτροπή μεριμνά να διατηρήσει το ρόλο που διαδραματίζουν στο ζήτημα αυτό οι εθνικές, ιδίως οι δικαστικές, αρχές. Ο έλεγχος της εφαρμογής μπορεί να λαμβάνει τις ακόλουθες μορφές: * κίνηση διαδικασιών λόγω παραβάσεως μετά από καταγγελίες ή από περιπτώσεις αποκαλυφθείσες μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα. * δικαστικές προσφυγές κατά άλλων οργάνων. * έλεγχος της νομιμότητας των ενισχύσεων που χορηγούνται από τα κράτη μέλη. * σεβασμός των αρχών της απαγόρευσης ορισμένων συμφωνιών, αποφάσεων και περιπτώσεων εναρμονισμένης πρακτικής, καθώς και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης. Οι ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου απηχούν τη βούληση διαφάνειας όχι μόνο απέναντι στους καταγγέλλοντες, αλλά και στους πολίτες και στους βουλευτές. Βλέπε: * Διαφάνεια * Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Ιθαγένεια της Ένωσης Ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων (Θεωρήσεις εισόδου, άσυλο, μετανάστευση και άλλες πολιτικές) Ένας νέος τίτλος IIIA θα περιληφθεί στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ. Περιλαμβάνει τους ακόλουθους τομείς: * Ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων * Έλεγχος των εξωτερικών συνόρων * Άσυλο, μετανάστευση και προστασία των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών * Δικαστική συνεργασία σε αστικά θέματα Οι τομείς αυτοί υπάγονται μέχρι σήμερα στον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις). Η συνθήκη του Άμστερνταμ τους "κοινοτικοποιεί" δηλαδή τους εντάσσει στο νομικό πλαίσιο του πρώτου πυλώνα. Η αλλαγή αυτή θα γίνει προοδευτικά κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που έπονται από την έναρξη ισχύος της νέας συνθήκης. Μετά τη μεταβατική αυτή περίοδο, το Συμβούλιο δεν θα είναι πλέον ο μοναδικός παράγοντας στους εν λόγω τομείς. Θα αποφασίζει μετά από πρόταση της Επιτροπής και προβλέπεται ότι εν καιρώ θα εφαρμοσθούν η διαδικασία συναπόφασης και η ειδική πλειοψηφία. Το Δικαστήριο θα είναι αρμόδιο για τους τομείς αυτούς του νέου τίτλου IIIA ενώ μέχρι σήμερα αποκλείεται. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεν θα συμμετάσχουν στα μέτρα που λήφθηκαν στα πλαίσια του τίτλου IIIA. Η Δανία θα συμμετάσχει μόνο στα μέτρα που αφορούν τις θεωρήσεις εισόδου (opting οut). Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις * Κοινοτικοποίηση * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Ρήτρα εξαίρεσης (opting οut) * Τίτλος VI * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Εμβάθυνση Η εμβάθυνση δηλώνει την ενίσχυση ορισμένων πολιτικών και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συνοδεύεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις που αποβλέπουν στην προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συχνά παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για τη διεύρυνση. Βλέπε: * Διεύρυνση Ενιαία εκλογική διαδικασία και σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Το άρθρο 138 προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) καταρτίζει σχέδια για την διεξαγωγή εκλογών με άμεση καθολική ψηφοφορία κατά ενιαία διαδικασία σε όλα τα κράτη μέλη. Μια τέτοια διαδικασία θα εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα των διαφόρων ευρωπαϊκών πολιτικών τάσεων εντός του ΕΚ. Επί του παρόντος, οι συγκεκριμένες προτάσεις που διατυπώνονται προσκρούουν στις εθνικές εκλογικές παραδόσεις. Μέχρι σήμερα, ο αριθμός των εδρών που έχουν χορηγηθεί σε κάθε κράτος μέσα στο ΕΚ επέτρεψε να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ της δημογραφικής πραγματικότητας και της ισότητας μεταξύ των κρατών μελών με την υπεραντιπροσώπευση των κρατών με τον μικρότερο πληθυσμό. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του ΕΚ σε μια διευρυμένη Ένωση, η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει ότι ο αριθμός των μελών του πρέπει να περιοριστεί σε 700. Βλέπε: * Διαδικασία σύμφωνης γνώμης * Διεύρυνση * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ομοφωνία Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο Το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο αποτελεί συγκεκριμένη έκφραση της αρχής της θεσμικής ενότητας. Προϋποθέτει ότι τα κράτη μέλη που επιθυμούν να εντείνουν την ολοκλήρωση και τη συνεργασία μεταξύ τους δέχονται να ενεργούν μέσω κοινών οργάνων. Απαιτεί επίσης τα υπόλοιπα κράτη μέλη, τα οποία δεν συμμετέχουν, να δέχονται την κοινή χρήση των οργάνων για ενέργειες διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης. Το πρωτόκολλο και η συμφωνία για την κοινωνική πολιτική αποτελούν ένα σχετικό παράδειγμα. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική * Στενότερη συνεργασία Ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία Η ιδέα πρόβλεψης της δυνατότητας προσφυγής σε ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία προκύπτει από την πεποίθηση ορισμένων κρατών μελών (καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) ότι η διατήρηση του κανόνα της ομοφωνίας θα οδηγούσε σε πολλές περιπτώσεις τη διευρυμένη Ένωση σε παραλυσία. Κατά συνέπεια η ομοφωνία θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να αντικατασταθεί από ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία με ελάχιστο όριο μεγαλύτερο του 71% των ψήφων που χαρακτηρίζει γενικά την ψήφο κατά πλειοψηφία. Το πεδίο εφαρμογής και ο καθορισμός του ελαχίστου ορίου μιας τέτοιας πλειοψηφίας αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών προτάσεων. Η επιλογή αυτή μπορεί να συζητηθεί κατά την προσεχή Διακυβερνητική Διάσκεψη που είναι αφιερωμένη στην πλήρη επανεξέταση των διατάξεων των συνθηκών που αφορούν τη σύνθεση και τη λειτουργία των οργάνων. Πρωτόκολλο που θα επισυναφθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ, προβλέπει ότι η εν λόγω Διάσκεψη θα συγκληθεί τουλάχιστον ένα χρόνο προτού τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξεπεράσουν τα τα είκοσι. Βλέπε: * Διεύρυνση * Ειδική πλειοψηφία * Ιεράρχηση των κοινοτικών πράξεων * Ομοφωνία Ενοποίηση των νομοθετικών κειμένων Η ενοποίηση των νομοθετικών κειμένων ανταποκρίνεται σε μια καθαρά δηλωτική και ανεπίσημη απλούστευση των νομοθετικών πράξεων. Η ενσωμάτωση των διαφόρων τροποποιήσεων στη βασική πράξη δεν συνεπάγεται τη θέσπιση νέας πράξης. Το κείμενο που προκύπτει έτσι, δεν παράγει νομικά αποτελέσματα, αλλά μπορεί, ενδεχομένως, να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα (σειρά C), χωρίς «υπόψη» ή«εκτιμώντας». Βλέπε: * Απλούστευση της νομοθεσίας Ένταξη της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική (κατάργηση του πρωτοκόλλου σχετικά με την κοινωνική πολιτική) Η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει την κατάργηση του πρωτοκόλλου σχετικά με την κοινωνική πολιτική με το οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο εξουσιοδοτούσε τα άλλα κράτη μέλη να προχωρήσουν σε στον κοινωνικό τομέα χωρίς τη συμμετοχή του. Πράγματι, μετά τη δήλωση της πρόθεσης της νέας βρετανικής κυβέρνησης να ακολουθήσει τη θέση των άλλων κρατών μελών στον κοινωνικό τομέα, αποφασίσθηκε να ενταχθεί η συμφωνία για την κοινωνική πολιτική στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εφαρμόσει προσεχώς τις οδηγίες που έχουν ληφθεί από τα δεκατέσσερα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική. Επομένως, η βρετανική εξαίρεση στον κοινωνικό τομέα θα αρθεί πριν την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ και την επίσημη κατάργηση του πρωτοκόλλου σχετικά με την κοινωνική πολιτική. Βλέπε: * Κοινωνική πολιτική * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική Εξόχως απόκεντρες περιοχές Οι περιοχές που καλούνται «εξόχως απόκεντρες» είναι οι εξής επτά : η Γουαδελούπη, η Γουιάνα, η Μαρτινίκα και η Ρεουνιόν (τα τέσσερα Γαλλικά Υπερπόντια Διαμερίσματα που ορίζονται επίσης στο άρθρο 227, παράγραφος 2 της συνθήκηςγια την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) καθώς και οι Αζόρες, οι Κανάριοι Νήσοι και η Μαδέρα. Αποτελούν αντικείμενο της δήλωσης υπ' αριθ. 26, που προσαρτάται στη συνθήκη. Η δήλωση αυτή αναγνωρίζει τη σοβαρή διαρθρωτική καθυστέρηση που υφίστανται οι περιοχές αυτές και προβλέπει (τονίζοντας ότι οι διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το παράγωγο δίκαιο εφαρμόζονται αυτοδίκαια) ότι εξακολουθεί να είναι δυνατή η λήψη ειδικών μέτρων υπέρ αυτών, όσο υπάρχει αντικειμενική ανάγκη να ληφθούν τέτοια μέτρα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η παράγραφος 2 του άρθρου 227 θα τροποποιηθεί για να επιτρέψει στο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία να εκδώσει ειδικά μέτρα που αποσκοπούν στον καθορισμό των όρων εφαρμογής της συνθήκης στις εξόχως απόκεντρες περιοχές, περιλαμβανομένων των κοινών πολιτικών. Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο πρέπει ωστόσο να φροντίσει ώστε να μην βλάπτονται η ακεραιότητα και η συνοχή της κοινοτικής νομοθετικής τάξης. Βλέπε: * Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή Εξωτερικές αρμοδιότητες της Κοινότητας Οι εξωτερικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθορίζονται ανάλογα με την κατανομή τους μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών. Αποκαλούνται "αποκλειστικές" εφόσον ασκούνται καθ' ολοκληρίαν από την Κοινότητα (π.χ. κοινή γεωργική πολιτική) και "μικτές" εφόσον ασκούνται με συμμετοχή των κρατών μελών (π.χ. πολιτική μεταφορών). Η τυπολογία αυτή ορίστηκε με νομολογία του Δικαστηρίου και βασίστηκε στη θεωρία των μη ρητών αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με την οποία η εξωτερική αρμοδιότητα απορρέει από την ύπαρξη αρμοδιότητας στο εσωτερικό επίπεδο. Πράγματι, η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν έχει καθορίσει ρητώς αρμοδιότητες παρά σε δύο περιπτώσεις (εμπορική πολιτική: άρθρο 113 και συμφωνίες σύνδεσης: άρθρο 238). Υπογραμμίζεται ότι η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας εμπίπτει στις εξωτερικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης που διέπονται από τη διακυβερνητική μέθοδο (δεύτερος πυλώνας) και όχι στις εξωτερικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της Κοινότητας (π.χ. ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς), η εξέλιξη του παγκόσμιου εμπορίου και μια περισσότερο διαφοροποιημένη νομολογία κατέστησαν δυσχερέστερη την άσκηση των εξωτερικών αρμοδιοτήτων, ενώ αυτή προϋποθέτει σημαντικά καθήκοντα συνεργασίας και συντονισμού εν ονόματι της ενιαίας διεθνούς εκπροσώπησης. Για να επιτραπεί στην Κοινότητα να προσαρμοστεί στη ριζοσπαστική εξέλιξη των δομών της παγκόσμιας οικονομίας και για να αντικατοπτριστούν οι αυξημένες αρμοδιότητες που χορηγήθηκαν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, η συνθήκη του Άμστερνταμ θα τροποποιήσει, από την έναρξη ισχύος της, το άρθρο 113 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ώστε να επιτραπεί στο Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, να επεκτείνει την εφαρμογή της κοινής εμπορικής πολιτικής στις διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες που αφορούν τις υπηρεσίες και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Βλέπε: * Κοινή εμπορική πολιτική * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Πυλώνες της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση Επικουρικότητα Η αρχή της επικουρικότητας έχει ως στόχο να εξασφαλίσει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στον πολίτη ενώ ελέγχεται διαρκώς ότι η δράση που αναλαμβάνεται σε κοινοτικό επίπεδο δικαιολογείται σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρονται σε εθνική, περιφερειακή ή τοπική κλίμακα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την αρχή σύμφωνα με την οποία η Ένωση ενεργεί -εκτός από τους τομείς που υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα- μόνο όταν η δράση της θα είναι πιο αποτελεσματική από τη δράση που θα διεξαχθεί σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Συνδέεται στενά με τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας που προϋποθέτουν ότι η δράση της Ένωσης δεν πρέπει να υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για να επιτευχθούν οι στόχοι της Συνθήκης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Εδιμβούργου τον Δεκέμβριο 1992 καθόρισε τις θεμελιώδεις αρχές της έννοιας της επικουρικότητας και τις κατευθυντήριες γραμμές ερμηνείας του άρθου 3Β που θεμελιώνει την επικουρικότητα στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα συμπεράσματά του συμπεριελήφθησαν σε μια δήλωση που ακόμη ως σήμερα χρησιμεύει ως ακρογωνιαίος λίθος της αρχής της επικουρικότητας. Για να ενισχυθεί η αυστηρή εφαρμογή της αρχής αυτής στην πράξη, ορισμένα κράτη μέλη επιθυμούν να συμπεριληφθούν στη Συνθήκη οι κυριότερες διατάξεις της Δήλωσης του Εδιμβούργου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπονεί κάθε χρόνο έκθεση ("Καλύτερη νομοθεσία") η οποία προορίζεται για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αφορά κατά κύριο λόγο την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας. Βλέπε: * Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Επιτροπή συνδιαλλαγής Στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, μπορεί να συσταθεί η επιτροπή συνδιαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 189 Β (παράγρ. 4) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των δύο οργάνων, γίνεται προσφυγή στην επιτροπή αυτή, η οποία αποτελείται από μέλη του Συμβουλίου ή από τους αντιπροσώπους τους και από ισάριθμους αντιπροσώπους του Κοινοβουλίου, ώστε να προκύψει ένα αποδεκτό και για τα δύο μέρη κείμενο. Το ενδεχόμενο κοινό σχέδιο πρέπει στη συνέχεια να εγκριθεί μέσα σε έξι εβδομάδες, με ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου και με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου. Σε περίπτωση απόρριψης από ένα από τα δύο όργανα, η πρόταση θεωρείται μη εγκριθείσα. Βλέπε: * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Β (συναπόφαση) Επιτροπή των Περιφερειών Η Επιτροπή των Περιφερειών η οποία ιδρύθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αποτελείται από 222 αντιπροσώπους των αρχών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι διορίζονται για 4 χρόνια από το Συμβούλιο, βάσει πρότασης των κρατών μελών. Τη συμβουλεύεται το Συμβούλιο ή η Επιτροπή σε τομείς που αγγίζουν συμφέροντα της περιφέρειας, ιδίως στους τομείς της εκπαίδευσης, της νεολαίας, του πολιτισμού, της δημόσιας υγείας, της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, κ.τ.λ. Μπορεί επίσης να εκδίδει γνώμες με δική της πρωτοβουλία. Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα λαμβάνει χώρα υποχρεωτικά διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών όσον αφορά μεγαλύτερο αριθμό τομέων : περιβάλλον, Κοινωνικό Ταμείο, επαγγελματική κατάρτιση, διασυνοριακή συνεργασία και μεταφορές. Επιπλέον, θα μπορεί να λάβει χώρα διαβούλευση με την Επιτροπή των Περιφερειών εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επιτροπή για την απασχόληση και την αγορά εργασίας Η δημιουργία της επιτροπής για την απασχόληση και την αγορά εργασίας αποφασίστηκε από το Συμβούλιο στις 20 Δεκεμβρίου 1996. Αποτελείται από δύο αντιπροσώπους από κάθε κράτος μέλος και δύο αντιπροσώπους από την Επιτροπή και είναι επιφορτισμένη να βοηθεί το Συμβούλιο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του στους εν λόγω τομείς. Η επιτροπή παρακολουθεί ιδίως την εξέλιξη της απασχόλησης στην Κοινότητα και εξετάζει τις πολιτικές των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Εξάλλου, διευκολύνει τις ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειριών μεταξύ των κρατών μελών και με την Επιτροπή στους εν λόγω τομείς και εκπονεί εκθέσεις και συστάσεις για τα θέματα αυτά. Η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει τη δημιουργία συμβουλευτικής επιτροπής για την απασχόληση, αρμόδιας για την προώθηση του συντονισμού των πολιτικών απασχόλησης και αγοράς εργασίας που ακολουθούν τα κράτη μέλη και τη διατύπωση γνωμοδοτήσεων επί των θεμάτων αυτών. Η επιτροπή αυτή θα αντικαταστήσει την επιτροπή για την απασχόληση και την αγορά εργασίας και θα έχει την ίδια σύνθεση. Βλέπε : * Απασχόληση Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων (Coreper) Η Coreper αποτελείται από τους μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών μελών. Είναι επιφορτισμένη να συνεπικουρεί το Συμβούλιο της Ένωσης εξετάζοντας φακέλους (προτάσεις και σχέδια πράξεων που υποβάλλονται από την Επιτροπή) σύμφωνα με την ημερήσια διάταξη της τελευταίας, σε ένα στάδιο προκαταρκτικών διαπραγματεύσεων. Κατέχει κεντρική θέση στο κοινοτικό σύστημα λήψεως αποφάσεων, όπου αποτελεί ταυτόχρονα μιαν αρχή διαλόγου (διαλόγου μεταξύ των μονίμων αντιπροσώπων και καθενός από αυτούς με την πρωτεύουσά του) καθώς και πολιτικού ελέγχου (προσανατολισμού και εποπτείας των εργασιών των ομάδων εμπειρογνωμόνων). Στην πράξη, διαιρείται σε δύο, ώστε να αντιμετωπίζει το σύνολο των καθηκόντων τα οποία της έχουν ανατεθεί: * Coreper Ι, αποτελούμενη από τους αναπληρωτές μόνιμους αντιπροσώπους, * Coreper ΙΙ, αποτελούμενη από τους πρέσβεις. Η ποιότητα των εργασιών του Coreper αποτελεί ενέχυρο για την απρόσκοπτη λειτουργία του Συμβουλίου. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Συμβούλιο της Ένωσης Επιτροπή του άρθρου Κ.4 (ΔΕΥ) Με το άρθρο Κ.4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστάται συντονιστική επιτροπή, αποτελούμενη από ανώτατους υπαλλήλους, ρόλος της οποίας είναι να προετοιμάζει τις εργασίες του Συμβουλίου στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων. Στην πράξη, η επιτροπή αυτή υπήρχε ήδη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Ρόδου (Δεκέμβριος 1988). Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, το άρθρο Κ.4 θα περιλαμβάνεται στο άρθρο Κ.8, χωρίς μεταβολή του περιεχομένου του. Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις Επιτροπολογία Ο όρος «επιτροπολογία» αφορά την προσφυγή σε επιτροπές στην περίπτωση άσκησης από την Επιτροπή αρμοδιότητας ως προς την εκτέλεση πράξης του Συμβουλίου, αρμοδιότητας που της ανατίθεται από την ίδια την πράξη. Μετά την έγκριση από το Συμβούλιο πράξης που προβλέπει ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει μέτρα εκτέλεσης δημιουργείται επιτροπή για να τη συνδράμει. Η επιτροπή αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από την Επιτροπή. Οι επιτροπές μπορεί να είναι τριών ειδών : κανονιστικές, διαχειριστικές και συμβουλευτικές. Το σύστημα αυτό επιτρέπει στο Συμβούλιο να μην αναλώνεται σε τεχνικά ζητήματα και επομένως να καθιστά πιο αποτελεσματική τη διαδικασία λήψης αποφάσεων( για παράδειγμα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής έχει δημιουργηθεί μεγάλος αριθμός επιτροπών). Το σύστημα αυτό διέπεται κυρίως από την απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1987 που καθορίζει τις λεπτομέρειες άσκησης της εκτελεστικής αρμοδιότητας που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή. Σε δήλωση που προσαρτάται στη συνθήκη του Άμστερνταμ η Διακυβερνητική Διάσκεψη καλεί την Επιτροπή να υποβάλει στο Συμβούλιο το αργότερο έως το τέλος του 1998 πρόταση για την τροποποίηση της απόφασης αυτής. Πράγματι, οι διαδικασίες που διέπουν τη δημιουργία και τη λειτουργία των επιτροπών αυτών είναι πολύπλοκες και επομένως όχι αρκετά διαφανείς. Σημειώνεται ότι υπάρχουν και άλλες επιτροπές που δημιουργήθηκαν από την Επιτροπή για να ασκεί αυτή την ίδια αρμοδιότητα της που απορρέει απευθείας από τις συνθήκες (για παράδειγμα η επιτροπή του άρθρου 113, η οποία βοηθά την Επιτροπή κατά τη διάρκεια εμπορικών διαπραγματεύσεων με ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή με διεθνείς οργανισμούς.) Οι επιτροπές αυτές δεν εντάσσονται στο σύστημα της «επιτροπολογίας» και διέπονται από ίδιους κανόνες. Ωστόσο, οι επιτροπές αυτές αποτελούνται επίσης από εμπειρογνώμονες διορισμένους από τα κράτη μέλη και προεδρεύονται από την Επιτροπή. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Συμβούλιο της Ένωσης Εποικοδομητική αποχή (θετική αποχή) Στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, με τον όρο εποικοδομητική αποχή νοείται η πρόβλεψη να μην παρακωλύει την ομοφωνία η αποχή ενός κράτους μέλους κατά την ψήφο στα πλαίσια του Συμβουλίου. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η δυνατότητα αυτή θα εισαχθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει ότι εάν η αποχή συνοδεύεται από τυπική δήλωση, το εν λόγω κράτος μέλος δεν υποχρεούται να εφαρμόσει την απόφαση αλλά αντίθετα οφείλει να αποδεχθεί ότι η απόφαση αυτή δεσμεύει την Ένωση. Έκτοτε, το κράτος μέλος πρέπει να απέχει από οποιαδήποτε δράση, η οποία ενδέχεται να αντιτίθεται ή να εμποδίζει με τη δράση της Ένωσης που βασίζεται σ’ αυτήν την απόφαση. Βλέπε: * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Συνθήκη του Άμστερνταμ Eurocorps Το Eurocorps (ευρωπαϊκό σώμα στρατού) συστάθηκε κατά την 59η γαλλογερμανική διάσκεψη κορυφής της Λα Ροσέλ, στις 21 και 22 Μαΐου 1992. Έκτοτε, προσχώρησαν σε αυτό τρία ακόμη κράτη: το Βέλγιο (25 Ιουνίου 1993), η Ισπανία (10 Δεκεμβρίου 1993) και το Λουξεμβούργο (7 Μαΐου 1996). Περιλαμβάνει 50.000 άνδρες και είναι λειτουργικό από τις 30 Νοεμβρίου 1995 (μετά την άσκηση ΠΗΓΑΣΟΣ-95). Το Eurocorps εντάσσεται στο πλαίσιο των «Δυνάμεων που υπάγονται στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση» (FRUEO). Μπορεί να παρέμβει με την ιδιότητα αυτή στο πλαίσιο της ΔΕΕ (άρθρο V) ή του ΝΑΤΟ (άρθρο 5) και να κινητοποιηθεί για ανθρωπιστική αποστολή, για την απομάκρυνση υπηκόων, για επιχειρήσεις αποκατάστασης ή διατήρησης της ειρήνης, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών ή της ΟΑΣΕ. Η υπαγωγή του Eurocorps στον πολιτικό έλεγχο της ΔΕΕ αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας η οποία συνήφθη στις 24 Σεπτεμβρίου 1993 και η δράση του υπό τις εντολές του ΝΑΤΟ κωδικοποιήθηκε με τη συμφωνία της 21ης Ιανουαρίου 1993. Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Διακήρυξη του Petersberg (αποστολές του Petersberg) * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * EUROFOR/EUROMARFOR * Κοινή αμυντική πολιτική * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * ΝΑΤΟ * Συλλογική άμυνα EUROFOR/EUROMARFOR Η Δήλωση της Λισαβόνας της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (15 Μαΐου 1995) επιβεβαίωσε την απόφαση της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας να οργανώσουν μια δύναμη ξηράς (EUROFOR) και θάλασσας (EUROMARFOR). Οι δυνάμεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο των «Δυνάμεων που υπάγονται στη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση» (FRUEO) και προβλέπεται να ενισχύσουν το ίδιο δυναμικό της Ευρώπης για τις επιχειρήσεις που διεξάγονται σύμφωνα με τη Διακήρυξη του Petersberg. Η Πορτογαλία συμφώνησε να συμμετέχει στις δυνάμεις αυτές, όταν χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της ΔΕΕ, χωρίς να διακινδυνεύεται η αποστολή συλλογικής άμυνας των κρατών μελών (άρθρο V ΔΕΕ και άρθρο 5 ΝΑΤΟ). Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Διακήρυξη του Petersberg (αποστολές του Petersberg) * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * Κοινή αμυντική πολιτική * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * ΝΑΤΟ * Συλλογική άμυνα Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Europol) Η ιδέα της Ευρωπαϊκής αστυνομικής υπηρεσίας διατυπώθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου (28 και 29 Ιουνίου 1991). Προέβλεπε τη δημιουργία ενός νέου οργάνου που θα εξασφαλίζει τις δομές για την ανάπτυξη της αστυνομικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στους τομείς της πρόληψης και της καταπολέμησης των σοβαρών μορφών του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, περιλαμβανομένης της τρομοκρατίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Ωστόσο η σύμβαση για την ίδρυση της Europol υπεγράφη μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, τον Ιούλιο του 1995 και δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει. Για την ταχύτερη υλοποίηση της αστυνομικής συνεργασίας που αναφέρεται στον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συστάθηκε τον Ιανουάριο του 1994 η μονάδα "Ναρκωτικά" της Europol. Η μονάδα αυτή είχε ως πρωτεύοντες στόχους την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στη συνέχεια η εντολή της επεκτάθηκε στην καταπολέμηση της διακίνησης ραδιενεργών και πυρηνικών υλικών, στα δίκτυα παράνομης μετανάστευσης, στη διακίνηση οχημάτων και στη νομιμοποίηση κεφαλαίων προερχομένων από τις εν λόγω εγκληματικές δραστηριότητες καθώς και στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων. Η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει διάφορες μελλοντικές αρμοδιότητες για την Europol: συντονισμός και εφαρμογή ειδικών ερευνητικών ενεργειών που διεξάγονται από υπηρεσίες των διαφόρων κρατών μελών, ανάπτυξη εξειδικευμένων αρμοδιοτήτων προκειμένου να βοηθηθούν τα κράτη μέλη στις έρευνές τους για το οργανωμένο έγκλημα, αποκατάσταση επαφών με τους δικαστές και τους ανακριτές που είναι ειδικευμένοι στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Βλέπε: * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Σύμβαση (ΔΕΥ) Ευρωπαϊκή Επιτροπή Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ένα όργανο με εξουσίες πρωτοβουλίας, εκτέλεσης, διαχείρισης και ελέγχου. Είναι ο θεματοφύλακας των Συνθηκών και ενσαρκώνει το κοινοτικό συμφέρον. Είναι ένα σώμα από 20 ανεξάρτητα μέλη (2 μέλη για τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και το Ην. Βασίλειο και 1 μέλος για καθένα από τα άλλα κράτη). Διορίζεται για 5 χρόνια, με κοινή συμφωνία των κρατών μελών, και κατά την ανάληψη των καθηκόντων της υπόκειται σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώπιον του οποίου είναι υπεύθυνη. Το σώμα των επιτρόπων επικουρείται από διοικητικό μηχανισμό αποτελούμενο από γενικές διευθύνσεις και ειδικευμένες υπηρεσίες το προσωπικό των οποίων είναι μοιρασμένο κυρίως μεταξύ Βρυξελλών και Λουξεμβούργου. Με την έγκριση της συνθήκης του Άμστερνταμ, η Διακυβερνητική Διάσκεψη έλαβε υπόψη της την πρόθεση της Επιτροπής να προετοιμάσει την αναδιοργάνωση των καθηκόντων εντός του σώματος των Επιτρόπων πριν την ανάληψη των καθηκόντων της προσεχούς Επιτροπής το 2000 και να αναλάβει παράλληλα την κατάλληλη αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της. Στις 15 Ιουλίου 1997, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετώπισε, στο πλαίσιο του προγράμματος δράσης Agenda 2000, το θέμα της μεταρρύθμισης της λειτουργίας της Επιτροπής. Αυτό το πρόγραμμα δράσης παραπέμπει στο ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που ήδη πραγματοποιούνται στην Επιτροπή βάσει των πρωτοβουλιών SEM 2000 («χρηστή και αποτελεσματική διαχείριση») και MAP 2000 («εκσυγχρονισμός του προσωπικού και της διοίκησης») και τονίζει ότι η Επιτροπή χρειάζεται την επανασύνταξη και τον επαναπροσδιορισμό των καθηκόντων της, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του 21ου αιώνα. Βλέπε: * Ανάληψη καθηκόντων της Επιτροπής * Διακυβερνητική Διάσκεψη * Ελεγχος της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ευρωπαϊκό Συμβούλιο * Πρόγραμμα δράσης Agenda 2000 * Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής * Σύνθεση της Επιτροπής Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αποτελεί θεσμό που θα ιδρυθεί κατά τη μετάβαση στο τρίτο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος την 1η Ιανουαρίου 1999) και που θα αναλάβει το καθήκον της εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, τα όργανα λήψεως αποφάσεων της ΕΚΤ (διοικητικό συμβούλιο και εκτελεστική επιτροπή) θα διευθύνουν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) του οποίου αποστολή θα είναι να διαχειρίζεται το κυκλοφορούν χρήμα, να διενεργεί τις πράξεις συναλλάγματος, να κατέχει και να διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα των κρατών μελών και να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. Η ΕΚΤ πρόκειται να διαδεχθεί το υφιστάμενο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα (ΕΝΙ), που αποτελεί την πρόδρομη μορφή της. Βλέπε: * Κριτήρια σύγκλισης * Οικονομική και Νομισματική Ένωση Ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία (ΕΠΣ) Η ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία (ΕΠΣ) ξεκίνησε άτυπα το 1970 (σε συνέχεια της έκθεσης Davignon), και στη συνέχεια καθιερώθηκε ως θεσμός από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987. Προέβλεπε τη διαβούλευση μεταξύ των κρατών μελών στους τομείς που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη όφειλαν να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και, στο μέτρο του δυνατού, να υπερασπίζονται κοινές θέσεις στο πλαίσιο των διεθνών οργανώσεων. Η Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) διαδέχθηκε την ΕΠΣ. Βλέπε: * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, θεμελίωσε ένα πρωτότυπο σύστημα διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχοντας στα άτομα το πλεονέκτημα του δικαστικού ελέγχου όσον αφορά το σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Η σύμβαση καθιέρωσε διάφορα όργανα ελέγχου με έδρα το Στρασβούργο: * μιαν Επιτροπή επιφορτισμένη με τη μελέτη των προσφυγών που υποβάλλει ένα άτομο ή ένα κράτος μέλος. * ένα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο οποίο προσφεύγει η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος μετά από έκθεση της Επιτροπής (σε περίπτωση δικαστικής διευθέτησης). * μια Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που να εκτελεί χρέη "θεματοφύλακα" της ΕΣΔΑ στην οποία θα γίνεται προσφυγή σε περίπτωση πολιτικής διευθέτησης της διαφοράς. Η ιδέα της ένταξης της Ευρωπαϊκή Ένωσης στην ΕΣΔΑ έχει συχνά διατυπωθεί αλλά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με γνώμη της 28ης Μαρτίου 1996, απεφάνθη κατά αυτής της δυνατότητας, εξαιτίας των τυχών διαφορών δικαιοδοσίας που θα μπορούσε να προκύψουν μεταξύ αυτού του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλέπε: * Ανθρώπινα δικαιώματα Ευρωπαϊκή ταυτότητα σε θέματα ασφάλειας και άμυνας Η ιδέα να αναπτυχθεί μια ευρωπαϊκή ταυτότητα σε θέματα ασφάλειας και άμυνας προέρχεται από μια διπλή διαπίστωση: * η Ευρώπη κατά τα τελευταία έτη αντιμετώπισε ένα περιβάλλον χαρακτηριζόμενο από την εμφάνιση πολλών εστιών αποσταθεροποίησης στην Ανατολή (η Τσετσενία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα), * η σχετική εξάλειψη της αιτίας της δέσμευσης των Ηνωμένων Πολιτειών σε θέματα άμυνας στην Ευρώπη, δημιούργησε ένα κενό που η Ευρώπη δεν μπόρεσε να καλύψει. Κατά τα τελευταία έτη λοιπόν έγιναν αισθητά τα όρια της συμμαχίας (ΝΑΤΟ) η οποία αυτοπροσδιορίζεται κυρίως σε σχέση με μια εξωτερική απειλή, ενώ έγινε αισθητή η ανάγκη μιας πολιτικής οντότητας που υπαγορεύεται από τα κοινά συμφέροντα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο του ΝΑΤΟ του Ιανουαρίου 1994, στις Βρυξέλλες, αναγνώρισε τη σημασία του προσδιορισμού ειδικής ευρωπαϊκής ταυτότητας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Η διαδικασία αυτή άρχισε να υλοποιείται στο Βερολίνο, στο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ της 3ης Ιουνίου 1996, χάρη στην ανάπτυξη της ιδέας των πολυεθνικών ομάδων ενόπλων δυνάμεων (GFIM) η οποία εγκρίθηκε από τους υπουργούς της Συμμαχίας κατά τη σύνοδο κορυφής του 1994. Οι ομάδες αυτές θα καταστήσουν δυνατή τη χρησιμοποίηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ σε επιχειρήσεις που διεξάγονται από τη ΔΕΕ υπό τον πολιτικό της έλεγχο και τη στρατηγική της διοίκηση. Επιπλέον, οι ευρωπαίοι θα διαθέτουν στο πλαίσιο της στρατιωτικής δομής του ΝΑΤΟ, αξιωματικούς σε θέσεις διοικητών οι οποίοι θα είναι "δισυπόστατοι": ΝΑΤΟ και Ευρώπη. Οι διατάξεις αυτές για ευρωπαίους διοικητές πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένες ώστε να μπορέσουν να σχηματισθούν ταχέως στρατιωτικές δυνάμεις χαρακτηριζόμενες από συνοχή και αποτελεσματικότητα. Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * ΝΑΤΟ Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελείται από αντιπροσώπους των 370 εκατ. πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι εκλέγονται με άμεση καθολική ψηφοφορία από το 1979 και ανέρχονται σήμερα σε 626 μέλη που κατανέμονται ανάλογα με τον πληθυσμό των κρατών μελών. Οι κύριες αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι οι ακόλουθες: * εξετάζει τις προτάσεις της Επιτροπής και συμμετέχει με το Συμβούλιο στη νομοθετική διαδικασία υπό διάφορους τρόπους (διαδικασίες συναπόφασης, συνεργασίας ...). * ασκεί εξουσία ελέγχου των δραστηριοτήτων της ΄Ενωσης μέσω του διορισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (και της δυνατότητας ανατροπής της) καθώς και μέσω των γραπτών ή προφορικών ερωτήσεων που απευθύνει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο. * μοιράζεται με το Συμβούλιο τις εξουσίες στα θέματα προϋπολογισμού, οι οποίες αφορούν την ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού και τον έλεγχο της εκτέλεσής του. Επιπλέον, ορίζει διαμεσολαβητή στον οποίο μπορούν να προσφύγουν όλοι οι πολίτες της Ένωσης για περιπτώσεις κακής διαχείρισης κατά την δράση των οργάνων της Κοινότητας. Τέλος, μπορεί να προβεί στη σύσταση έκτακτων ερευνητικών επιτροπών οι εξουσίες των οποίων δεν περιορίζονται στη δραστηριότητα των κοινοτικών οργάνων αλλά καλύπτουν και τη δράση των κρατών μελών στην εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών. Η έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα απλουστεύσει τις νομοθετικές διαδικασίες καθόσον προβλέπει την εξάλειψη σχεδόν της διαδικασίας συνεργασίας (θα συνεχίσει να εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις που εμπίπτουν στον τίτλο για την οικονομική και νομισματική ένωση) και τη σημαντική επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης. Βλέπε: * Ανάληψη καθηκόντων της Επιτροπής * Δημοκρατικό έλλειμμα * Διαδικασία απλής γνώμης * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Β (συναπόφαση) * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Γ (συνεργασία) * Διαδικασία σύμφωνης γνώμης * Εθνικά κοινοβούλια * Ευρωπαίος διαμεσολαβητής (ombudsman europιen) Ευρωπαϊκό οικοδόμημα Ο όρος αυτός δηλώνει το σύνολο των οργανισμών, οργάνων, συνθηκών και σχέσεων γύρω από τα οποία διαρθρώνεται ο ευρωπαϊκός χώρος, ώστε να αντιμετωπίσει από συμφώνου τα προβλήματα κοινού ενδιαφέροντος. Ένα σημαντικό τμήμα του οικοδομήματος αυτού δημιουργήθηκε από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία θέσπισε τρεις πυλώνες: την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (πρώτος πυλώνας), την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (δεύτερος πυλώνας) και τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (τρίτος πυλώνας). Τον δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα τον χειρίζονται τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Συμβούλιο Υπουργών, Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κ.τ.λ.), σύμφωνα όμως με διαδικασίες διακυβερνητικής φύσεως. Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο περιλαμβάνει τις τακτικές συνεδριάσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθιερώθηκε με το τελικό ανακοινωθέν της Διάσκεψης κορυφής του Παρισιού τον Δεκέμβριο 1974 και συνήλθε για πρώτη φορά το 1975 (10 και 11 Μαρτίου 1975 στο Δουβλίνο). Διαδέχθηκε την πρακτική των ευρωπαϊκών Διασκέψεων κορυφής που χαρακτήριζε την περίοδο από το 1961 ως το 1974. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη καθιέρωσε νομικά την ύπαρξή του και απέκτησε επίσημο καθεστώς στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο και σε αυτό συμμετέχει αυτοδικαίως ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στόχος του είναι να δώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τις απαραίτητες ωθήσεις για την ανάπτυξή της και να καθορίσει τους γενικούς προσανατολισμούς. Βλέπε: * Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ) * Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ευρωπαϊκός χάρτης Πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο θα περιλάμβανε με συγκεκριμένο, συνοπτικό και προσιτό τρόπο, τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος. Αυτός ο Χάρτης θα περιλάμβανε τις βασικές αρχές που αφορούν τη θεσμική οργάνωση στο επίπεδο της Ένωσης, καθώς και τις αρχές οι οποίες διέπουν τη σχέση μεταξύ θεσμικών οργάνων και πολιτών. Παράλληλα, ένα χωριστό κείμενο θα περιλάμβανε, ταξινομώντας τις, τις ισχύουσες Συνθήκες, δηλαδή τα κείμενα που αφορούν τις αρμοδιότητες της Ένωσης και την άσκησή τους. Ευρωπαίος διαμεσολαβητής (ombudsman europιen) Ο ευρωπαίος διαμεσολαβητής διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από κάθε εκλογή του και για όλη τη διάρκεια της θητείας του. Στο εν λόγω άτομο υποβάλλονται εκ μέρους των πολιτών της Ένωσης, ή φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοικούν στα κράτη μέλη, προσφυγές σχετικές με κακή διαχείριση στη δράση των κοινοτικών οργάνων (με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο). Σε περίπτωση που διαπιστώσει διοικητικά σφάλματα, απευθύνεται στην αρμόδια διοίκηση, πραγματοποιεί έρευνα, αναζητεί λύση που μπορεί να εξαλείψει το πρόβλημα και υποβάλει εφόσον χρειαστεί, σχέδια σύστασης στα οποία το όργανο υποχρεούται να απαντήσει με εμπεριστατωμένη γνώμη. Στο τέλος κάθε ετήσιας περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υποβάλλει έκθεση. Βλέπε: * Δικαστήριο * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ιθαγένεια της Ένωσης Ευρώπη "α λα καρτ" Ο όρος Ευρώπη "α λα καρτ" εκφράζει τον τρόπο διαφοροποιημένης προσέγγισης σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη μέλη είναι σε θέση να επιλέξουν, όπως μπροστά σε έναν κατάλογο εστιατορίου, τον πολιτικό τομέα στον οποίο θα ήθελαν να συμμετάσχουν, διατηρώντας παράλληλα μόνο έναν ελάχιστο αριθμό κοινών στόχων. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο Ευρώπη "μεταβλητής γεωμετρίας" Ο όρος Ευρώπη "μεταβλητής γεωμετρίας" εκφράζει τον τρόπο διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης, που αναγνωρίζει την ύπαρξη αμετάκλητων διαφορών στο πλαίσιο της διάρθρωσης της ένταξης, επιτρέποντας το μόνιμο διαχωρισμό μεταξύ μιας ομάδας κρατών μελών και των λιγότερο ανεπτυγμένων μονάδων ένταξης. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο Ευρώπη "πολλών ταχυτήτων" Ο όρος Ευρώπη "πολλών ταχυτήτων" εφράζει τον τρόπο διαφοροποιημένης ένταξης, σύμφωνα με τον οποίον η επιδίωξη κοινών στόχων είναι το αποτέλεσμα μιας ομάδας αποτελούμενης από τα κράτη μέλη που είναι ταυτόχρονα ικανά και επιθυμούν να προοδεύσουν, ενώ προϋποθέτει την ιδέα ότι τα υπόλοιπα κράτη θα ακολουθήσουν μεταγενέστερα. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο Ι Ιεράρχηση των κοινοτικών πράξεων Μία δήλωση που επισυνάφθηκε στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι ".... είναι δυνατόν να αναθεωρηθεί η κατάταξη των κοινοτικών πράξεων ώστε να καθοριστεί η πρέπουσα ιεράρχηση των διαφόρων κατηγοριών πράξεων". Ο κύριος στόχος μιας τέτοιας ιεράρχησης είναι να δοθεί η δυνατότητα στο νομοθέτη να δώσει το κύριο βάρος στις πολιτικές πτυχές των προβλημάτων και όχι σε επιμέρους λεπτομέρειες. Η ιεράρχηση αυτή επηρεάζει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων στην Κοινότητα εξασφαλίζοντας ότι οι πράξεις θεσμικής φύσεως υπόκεινται σε διαδικασίες περισσότερο δεσμευτικές (π.χ. ομοφωνία, ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία, σύμφωνη γνώμη, κλπ) απ' ό,τι οι νομοθετικές πράξεις οι οποίες υπόκεινται με τη σειρά τους σε περισσότερο δεσμευτικές διαδικασίες (π.χ. διαδικασία συναπόφασης) απ΄ ό,τι οι πράξεις εφαρμογής (π.χ. θεσμοθετηθείσα μεταβίβαση εξουσιών στην Επιτροπή). Το θέμα αποτέλεσε το αντικείμενο διαλόγου στα πλαίσια των πρώτων συζητήσεων του 1990 για τη δυνατότητα εισαγωγής της διαδικασίας συναπόφασης στη Συνθήκη. Η ιδέα ήταν να εμποδιστεί η εφαρμογή μιας ιδιαίτερα δεσμευτικής διαδικασίας σε ορισμένες πράξεις δευτερεύουσας σημασίας με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η νομοθετική ασφυξία. Το 1991 προτάθηκε από την Επιτροπή η θέσπιση της ιεράρχησης των πράξεων και μιας νέας τυπολογίας των κοινοτικών κανόνων (Συνθήκη, νόμος, δευτερεύουσες πράξεις ή πράξεις εφαρμογής) κατά τις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά προσέκρουσε στις διαφορετικές εθνικές νομοθετικές παραδόσεις. Το εν λόγω θέμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996-1997. Βλέπε: * Διαδικασία απλής γνώμης * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Β (συναπόφαση) * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Γ (συνεργασία) * Διαδικασία σύμφωνης γνώμης * Ειδική πλειοψηφία * Ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία * Κοινοτικά νομοθετικά μέσα * Ομοφωνία Ιθαγένεια της Ένωσης Η ιθαγένεια της Ένωσης υπόκειται στην υπηκοότητα του πολίτη σε ένα από τα κράτη μέλη. Έτσι, κάθε άτομο το οποίο έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους θεωρείται πολίτης της Ένωσης. Εκτός από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητα, η ιθαγένεια της Ένωσης αναγνωρίζει τέσσερα ειδικά δικαιώματα: * την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης. * το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές και στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κράτος διαμονής. * τη διπλωματική και προξενική προστασία των αρχών κάθε κράτους μέλους εφόσον το κράτος του οποίου υπήκοος είναι το εν λόγω άτομο δεν αντιπροσωπεύεται σε ένα τρίτο κράτος. * το δικαίωμα αναφοράς και προσφυγής στον ευρωπαίο διαμεσολαβητή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η καθιέρωση της έννοιας της ιθαγένειας της Ένωσης δεν υποκαθιστά τις εθνικές υπηκοότητες, αλλά προστίθεται σε αυτές. Η συμπληρωματικότητα αυτή διευρύνει τις δυνατότητες, εφόσον εμβαθύνει και καθιστά περισσότερο απτό το αίσθημα ότι ο πολίτης ανήκει στην Ένωση. Βλέπε: * Δικαίωμα αναφοράς * Ευρωπαίος διαμεσολαβητής Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών Από το 1957, το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ρώμης καθιέρωσε την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Από το 1975, μια σειρά οδηγιών επέκτεινε αυτή την αρχή στην ισότητα μεταχείρισης κατά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική κατάρτιση και προώθηση και στους όρους εργασίας, ώστε να εξαλειφθεί κάθε διάκριση στον εργασιακό κόσμο. Η ίση μεταχείριση αναπτύχθηκε στη συνέχεια σε ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, νομικών και επαγγελματικών καθεστώτων. Η αναγνώριση της αρχής αυτής κατέληξε κατά τη δεκαετία του '80 στην προώθηση των ίσων ευκαιριών μέσω πολυετών προγραμμάτων. Η συνθήκη του Άμστερνταμ προσπαθεί να συμπληρώσει την περιορισμένη εμβέλεια του άρθρου 119 (που αφορά μόνο την ισότητα της αμοιβής) εντάσσοντας την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών στο άρθρο 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο απαριθμεί τους στόχους που καθορίζει η Κοινότητα. Βλέπε: * Ισότητα ευκαιριών Ισορροπία των θεσμικών οργάνων και δημοκρατική νομιμότητα Η ισορροπία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων στηριζόταν για πολύ καιρό σε κρατική βάση, έχοντας για αποκλειστικό σχεδόν κίνητρο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τα κράτη μέλη. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης αυτής της διαδικασίας οικοδόμησης, το ζήτημα της νομιμότητας ετέθη όλο και οξύτερα. Έτσι, η Συνθήκη του Μάαστριχτ άρχισε να ενσωματώνει την αρχή της δημοκρατικής νομιμότητας στα πλαίσια του θεσμικού συστήματος ενισχύοντας τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά το διορισμό και τον έλεγχο της Επιτροπής. Παρά τις προόδους που προκύπτουν από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εξακολουθεί να υφίσταται μια ασυμμετρία μεταξύ της νομοθετικής εξουσίας του Συμβουλίου και εκείνης του Κοινοβουλίου. Η επικύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ στα κράτη μέλη απεκάλυψε την υφιστάμενη ανισορροπία μεταξύ της ισχύουσας κρατικής νομιμότητας και της δημοκρατικής νομιμότητας την οποία προσδοκεί η κοινή γνώμη. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των κοινοτικών οργάνων, η συνθήκη του Άμστερνταμ αναζητεί επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ των οργάνων που κατέχουν αυτές τις δύο μορφές νομιμότητας προκειμένου να εξασφαλιστεί η δημοκρατικότερη κατανομή των εξουσιών και να συμμετέχουν στενότερα οι ευρωπαίοι πολίτες και τα εθνικά κοινοβούλια στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, μεταξύ άλλων με την καλύτερη πληροφόρηση. Μεταξύ των μεταβολών που επέφερε η συνθήκη του Άμστερνταμ, σημειώνεται: * η γενίκευση της διαδικασίας συναπόφασης, με επέκταση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα νομοθετικά θέματα. * η ενίσχυση της νομιμότητας της Επιτροπής απέναντι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα κράτη μέλη, χάρη σε μια μεταρρύθμιση του τρόπου διορισμού και στην ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της. Βλέπε: * Ανάληψη καθηκόντων της Επιτροπής * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Β (συναπόφαση) * Διπλή πλειοψηφία * Εθνικά Κοινοβούλια * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Ευρωπαϊκό Συμβούλιο * Συμβούλιο της ΄Ενωσης Ισότητα ευκαιριών Η ισότητα ευκαιριών είναι μια γενική αρχή της οποίας δύο ουσιαστικές πτυχές είναι εγγεγραμμένες στο άρθρο 6 ( απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας) και στο άρθρο 119 (ισότητα αποδοχών μεταξύ ανδρών και γυναικών) της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στόχος είναι η εφαρμογή της σε όλους τους τομείς, ιδίως στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και οικογενειακό βίο. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ ένα νέο άρθρο 6Α θα εισαχθεί για να ενισχύσει την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που συνδέεται στενά με την ισότητα ευκαιριών. Το νέο άρθρο προβλέπει ότι το Συμβούλιο μπορεί να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολέμηση κάθε διάκρισης λόγω εθνικότητας, φύλου, φυλής, ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Βλέπε: * Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης K Καθολική υπηρεσία Η έννοια της καθολικής υπηρεσίας αναπτύχθηκε από τα όργανα της Κοινότητας. Ορίζει ένα σύνολο απαιτήσεων κοινής ωφελείας, στις οποίες θα έπρεπε να υπόκεινται, σε ολόκληρη την Κοινότητα οι τηλεπικοινωνιακές ή οι ταχυδρομικές για παράδειγμα δραστηριότητες. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την έννοια αυτή έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν παντού την πρόσβαση όλων σε ορισμένες ουσιώδεις παροχές υπηρεσιών, ποιοτικών και σε προσιτή τιμή. Βλέπε : * Δημόσια Υπηρεσία * Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή * Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος * Υπηρεσίες κοινής ωφελείας * Χάρτης Δημοσίων Υπηρεσιών Καταπολέμηση της απάτης Η καταπολέμηση της απάτης βασίζεται σε δύο νομικές βάσεις: το άρθρο Κ.1 (5) της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που αναφέρεται στην "καταπολέμηση της απάτης διεθνούς κλίμακας στο βαθμό που ο τομέας αυτός δεν καλύπτεται από τα σημεία 7, 8 και 9" (δικαστική συνεργασία σε ποινικά, τελωνειακά και αστυνομικά θέματα) και το άρθρο 209Α της συνθήκης ΕΚ που αφορά τα μέτρα καταπολέμησης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στις 26 Ιουλίου 1995 υπεγράφη σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με βάση τον τρίτο πυλώνα της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Στόχος της σύμβασης αυτής είναι να περιληφθεί στην εθνική ποινική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους η έννοια της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Η συνθήκη του Άμστερνταμ τροποποιεί τις δύο νομικές βάσεις. Προκειμένου να καταπολεμηθεί η διαφθορά και η απάτη καλεί για "στενότερη συνεργασία μεταξύ αστυνομικών δυνάμεων, τελωνειακών και άλλων αρμοδίων αρχών στα κράτη μέλη, τόσο απευθείας όσο και μέσω της Europol" (άρθρο Κ 1 του νέου τίτλου VI) και αναπτύσσει το άρθρο 209 Α της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Μετά την έναρξη ισχύος της νέας συνθήκης, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούν να εκδώσουν μέτρα με τη διαδικασία συναπόφασης που θα στοχεύουν στην πρόληψη και στην καταπολέμηση της απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας. Βλέπε: * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Καταπολέμηση της τρομοκρατίας Το άρθρο Κ1 προβλέπει ότι ο συντονισμός της καταπολέμησης της τρομοκρατίας γίνεται από την ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Europol). Δεδομένου ότι σύμβαση για την ίδρυση της Europol δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, η αστυνομική συνεργασία σε θέματα τρομοκρατίας διεξάγεται προς στιγμή στο πλαίσιο ομάδας εργασίας που υπάγεται στο Συμβούλιο. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, προστίθεται στο άρθρο Κ 1 του νέου τίτλου VI, σαφής αναφορά στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εκδώσουν κοινές θέσεις, αποφάσεις, αποφάσεις-πλαίσιο, και συμβάσεις προκειμένου να καταπολεμήσουν με πιο συντονισμένο τρόπο το εν λόγω φαινόμενο. Βλέπε: * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Europol) Καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Ο αγώνας στους δύο αυτούς τομείς ανατέθηκε στη μονάδα "Ναρκωτικά" της Europol που φροντίζει για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να επιτύχει την καλύτερη αστυνομική και τελωνειακή συνεργασία. Μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ, η καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος θα περιληφθεί στο νέο τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χάρη στη σαφή αυτή αναφορά τα κράτη μέλη θα μπορούν να προχωρήσουν πέρα από την απλή ανταλλαγή πληροφοριών. Πράγματι, θα διαθέτουν ειδική νομική βάση προκειμένου να χρησιμοποιούν τα όργανα που προσδιορίζονται στο νέο άρθρο Κ6 (θέση, απόφαση και απόφαση-πλαίσιο, σύμβαση) και να διεξάγουν κοινή πολιτική κατά του διεθνούς εγκλήματος. Βλέπε: * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Europol) Καταπολέμηση των ναρκωτικών Η καταπολέμηση των ναρκωτικών έχει διάφορες πτυχές οι κυριότερες από τις οποίες είναι η πρόληψη της τοξικομανίας και η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης. Η πρόληψη της τοξικομανίας αναφέρεται τόσο στο άρθρο Κ1(4) της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση όπου χαρακτηρίζεται ως θέμα κοινού ενδιαφέροντος "στο βαθμό που ο τομέας αυτός δεν καλύπτεται από τα σημεία 7, 8 και 9 (δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, σε ποινικές υποθέσεις και τελωνειακή συνεργασία)" όσο και στο άρθρο 129 της συνθήκης ΕΚ που αφορά την δημόσια υγεία. Η καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών ανατέθηκε στη μονάδα "ναρκωτικά" της Europol η οποία δημιούργησε ειδική μονάδα πληροφοριών για το λαθρεμπόριο, που επιτρέπει την καλύτερη αστυνομική και τελωνειακή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Η αστυνομική αυτή συνεργασία αναφέρεται επίσης στον κατάλογο των θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος που περιλαμβάνεται στο άρθρο Κ1(9). Η Επιτροπή χρησιμοποίησε το άρθρο Κ.1 ως νομική βάση του σχεδίου δράσης της σε θέματα καταπολέμησης των ναρκωτικών (1995-1999) το οποίο καλύπτει πολλές πτυχές (πρόληψη της τοξικομανίας, μείωση της διακίνησης ναρκωτικών και δράσης στο διεθνές επίπεδο) αλλά για να στηρίξει το μελλοντικό της πρόγραμμα δράσης για την πρόληψη της τοξικομανίας περιορίστηκε στο άρθρο 129 ΕΚ το οποίο έχει πολύ πιο περιορισμένη εμβέλεια, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό τις δυνατότητές του. Η Επιτροπή, στη γνώμη της του Φεβρουαρίου 1996 για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ), υπογράμμισε τη σημασία που έχει η ενσωμάτωση της καταπολέμησης του λαθρεμπορίου ναρκωτικών στο κοινοτικό πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων. Η έκθεση της ομάδας προβληματισμού αναφέρει εξάλλου την δυνατότητα μιας στενότερης συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Συμβούλιο της Ευρώπης στον τομέα της καταπολέμησης των ναρκωτικών. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών θα διαθέτει σαφή νομική βάση που θα περιληφθεί στο άρθρο Κ 1 του νέου τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλέπε: * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία (Europol) Καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας Δεν υπάρχει σαφής νομική βάση για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας παρόλο που τα κοινοτικά όργανα ενέταξαν ορισμένα μέτρα στην κοινωνική πολιτική που ασκεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια η κήρυξη του έτους 1997 ως "ευρωπαϊκού έτους κατά του ρατσισμού" βασίζεται σε απλό ψήφισμα του Συμβουλίου καθόσον δεν κατέστη δυνατό να θεσπιστεί με απόφαση, αφήνοντας στα κράτη μέλη την ευθύνη της εφαρμογής. Η συνθήκη του Άμστερνταμ θεσπίζει νομική βάση προσθέτοντας την πρόληψη και την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στο άρθρο Κ1 του νέου τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπόνηση πραγματικής κοινοτικής πολιτικής στον εν λόγω τομέα. Βλέπε: * Ανθρώπινα δικαιώματα * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) Κοινή αμυντική πολιτική Η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει τον προσδιορισμό μιας κοινής αμυντικής πολιτικής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εύθετο χρόνο σε κοινή άμυνα. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ζητήσει από τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) να επεξεργαστεί και να θέσει σε εφαρμογή τις αποφάσεις και τις ενέργειες που συνδέονται με την άμυνα (άρθρο Ι.4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση). Η κοινή αμυντική πολιτική αποτελεί στοιχείο της πολιτικής για την ασφάλεια κατά την ευρεία έννοια. Αποσκοπεί στη μείωση των κινδύνων που απειλούν τις κοινές αξίες, τα βασικά συμφέροντα της Ένωσης και των κρατών μελών της, καθώς και στη διατήρηση και ενίσχυση της ειρήνης σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, την τελική πράξη του Ελσίνκι, τη συνθήκη της Ουάσιγκτων (ΝΑΤΟ) και την τροποποιηθείσα συνθήκη των Βρυξελλών (ΔΕΕ). Η πολιτική αυτή βασιζόμενη στην εις βάθος ανάλυση των συμφερόντων, έχει ως αρχή τη συλλογική προσέγγιση που βασίζεται στην συνεργασία μεταξύ ΝΑΤΟ και ΔΕΕ. Προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου και στην εξέλιξη της υπεραντλαντικής συμμαχίας ενσωματώνει στα πλαίσια του προβληματισμού τους συνδεδεμένους εταίρους της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Επιπλέον, αναπτύσσει το διάλογο και τις ανταλλαγές πληροφοριών με τη Ρωσία και την Ουκρανία (προκαταρκτικά συμπεράσματα του Συμβουλίου της ΔΕΕ, Noordwijk, 14.11.1994). Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ θα αποτελέσει σημαντική καινοτομία το ότι θα περιληφθούν στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση οι ανθρωπιστικές αποστολές ή οι αποστολές απομάκρυνσης υπηκόων, οι αποστολές διατήρησης της ειρήνης καθώς και οι αποστολές ενόπλων δυνάμεων για τη διαχείριση κρίσεων (αποκαλούμενες "αποστολές του Petersberg"). Το σημερινό άρθρο Ι.4 θα αντικατασταθεί από το νέο άρθρο Ι.7. Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Διακήρυξη του Petersberg της 19ης Ιουνίου 1992 (Αποστολές του Petersberg) * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) * Κοινή Εξωτερική πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * ΝΑΤΟ * Συνδεδεμένοι εταίροι της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) Η κοινή γεωργική πολιτική ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και αποσκοπεί στην υλοποίηση των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 39 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ιδίως με την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές της Ένωσης (οι γεωργικές δαπάνες ξεπερνούν το 50% του κοινοτικού προϋπολογισμού). Στο επίπεδο της επεξεργασίας της υπόκειται στην διαδικασία λήψεως αποφάσεων που προβλέπει ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο και τη διαβούλευση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπό την προοπτική της διεύρυνσης έχει ξεκινήσει συζήτηση για τις πιθανές μεταρρυθμίσεις της σημερινής ΚΓΠ. Το πρόγραμμα δράσης Agenda 2000 που υπέβαλε η Επιτροπή τον Ιούλιο του 1997 παρουσιάζει με συγκεκριμένα στοιχεία μια μεταρρύθμιση της Κ.Γ.Π. Οι συζητήσεις βρίσκονται στο αρχικό τους στάδιο για ένα ουσιαστικό θέμα για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βλέπε: * Διαδικασία απλής γνώμης * Ειδική πλειοψηφία * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Πρόγραμμα δράσης Agenda 2000 * Συμβούλιο της Ένωσης * Ταξινόμηση των δαπανών Κοινή δράση (ΔΕΥ) Με τον όρο αυτό νοείται ένα νομικό μέσο του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και δηλώνεται μια συντονισμένη δράση των κρατών μελών, που πραγματοποιείται εξ ονόματος ή στο πλαίσιο της Ένωσης, εφόσον οι στόχοι της Ένωσης μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από μια κοινή δράση παρά από τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών, εξαιτίας των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης. Από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ η κοινή δράση θα καταργηθεί και θα αντικατασταθεί από «αποφάσεις» και «αποφάσεις - πλαίσιο». Βλέπε: * Απόφαση και απόφαση -πλαίσιο * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Τίτλος VI Κοινή δράση (ΚΕΠΠΑ) Με τον όρο αυτό νοείται ένα νομικό μέσο του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και δηλώνεται μια συντονισμένη δράση των κρατών μελών μέσω της οποίας κινητοποιούνται πόροι όλων των ειδών (ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία, χρηματοδότηση, υλικός εξοπλισμός, κ.τ.λ.) για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων τους οποίους έχει θέσει το Συμβούλιο, βάσει των γενικών προσανατολισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Βλέπε: * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Τίτλος V Κοινή εμπορική πολιτική Η κοινή εμπορική πολιτική ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας (άρθρο 113 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας). Βάσει αυτής υλοποιήθηκε η τελωνειακή ένωση μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας. Βασίστηκε σε ενιαίες αρχές, κυρίως όσον αφορά τις δασμολογικές τροποποιήσεις, τη σύναψη δασμολογικών και εμπορικών συμφωνιών με τα τρίτα κράτη, την πολιτική εξαγωγών και εισαγωγών, κλπ. Στο επίπεδο της επεξεργασίας της υπόκειται σε διαδικασία λήψεως αποφάσεων που προβλέπει ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο. Μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ, το άρθρο 113 θα τροποποιηθεί προκειμένου να επιτρέψει στο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, να επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής εμπορικής πολιτικής στις διεθνείς διαπραγματεύσεις και συμφωνίες που αφορούν τις υπηρεσίες και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Βλέπε: * Ειδική πλειοψηφία * Εξωτερικές αρμοδιότητες της Κοινότητας * Συμβούλιο της Ένωσης Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Η ΚΕΠΠΑ θεσπίζεται και διέπεται από τον τίτλο V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντικατέστησε την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ) και προβλέπει την χάραξη κοινής πολιτικής άμυνας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει, σε εύθετο χρόνο, σε κοινή άμυνα. Οι στόχοι του δεύτερου αυτού πυλώνα της ΄Ενωσης προσδιορίζονται στο άρθρο Ι 1 και για την επίτευξή τους χρησιμοποιούνται ειδικά νομοθετικά μέσα (κοινή δράση, κοινή θέση) που εγκρίνονται ομόφωνα στα πλαίσια του Συμβουλίου. Με την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ η Ένωση θα μπορεί να κάνει χρήση ενός νέου οργάνου: της κοινής στρατηγικής. Το όργανο αυτό αναφέρεται στο νέο άρθρο Ι.2 της συνθήκης. Βλέπε: * Δήλωση (ΚΕΠΠΑ) * Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Εποικοδομητική αποχή * Κοινή δράση (ΚΕΠΠΑ) * Κοινή θέση (ΚΕΠΠΑ) * Κοινή στρατηγική (ΚΕΠΠΑ) * Μονάδα σχεδιασμού της πολιτικής και έγκαιρης προειδοποίησης * ΝΑΤΟ * Πολιτική επιτροπή (ΠΟΕΠ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Τηλετυπικό δίκτυο ευρωπαίων ανταποκριτών (COREU) * Τίτλος V Κοινή Θέση (ΔΕΥ) Η κοινή θέση στο πλαίσιο της ΔΕΥ αποτελεί νομικό μέσο χάρη στο οποίο το Συμβούλιο μπορεί να προωθήσει κάθε χρήσιμη συνεργασία για την επίτευξη των στόχων της ΄Ενωσης. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται λοιπόν να συμμορφωθούν στην εσωτερική έννομη τάξη τους και στην εξωτερική τους πολιτική με αυτά που αποφασίζονται ομόφωνα σε συνεδρίαση του Συμβουλίου. Η συνθήκη του Άμστερνταμ διατηρεί το όργανο αυτό στο νέο τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις). Βλέπε : * Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις * Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις * Τίτλος VI Κοινή Θέση (ΚΕΠΠΑ) Η κοινή θέση στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ προορίζεται να καταστήσει τη συνεργασία πιο συστηματική και συντονισμένη. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ακολουθούν και υπερασπίζονται τις θέσεις που ενέκριναν ομόφωνα στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου. Βλέπε : * Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Κοινή πολιτική μεταφορών Η κοινή πολιτική μεταφορών αποβλέπει στη θέσπιση κοινών κανόνων που εφαρμόζονται στις διεθνείς μεταφορές που εκτελούνται από ή προς το έδαφος κράτους μέλους ή διασχίζοντας το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Καλύπτει ακόμη τον προσδιορισμό των όρων αποδοχής στις εθνικές μεταφορές ενός κράτους μέλους των μεταφορέων που δεν είναι κάτοικοί του. Τέλος, περιλαμβάνει τα μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας στις μεταφορές. Η πολιτική αυτή υπόκειται κατά την επεξεργασία της σε διαδικασίες λήψεως αποφάσεων που διαφέρουν ανάλογα με τους τομείς που αφορούν οι διατάξεις προς ψήφιση. 1/4ταν αυτές αφορούν τις χερσαίες μεταφορές (σιδηροδρομικές, οδικές ή από πλωτή οδό), το Συμβούλιο: * αποφασίζει σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 189Γ (συνεργασία) και μετά από διαβούλευση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. * αποφασίζει ομόφωνα και μετά από διαβούλευση (απλή γνώμη) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, όταν το θέμα αφορά τις αρχές του καθεστώτος μεταφορών και θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά το βιοτικό επίπεδο, την απασχόληση καθώς και την εκμετάλλευση των εξοπλισμών μεταφοράς. Στην περίπτωση που τα προς λήψη μέτρα αφορούν τις εναέριες ή θαλάσσιες μεταφορές, το Συμβούλιο: * Μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία σχετικά με το εάν, σε ποιό μέτρο και με ποιά διαδικασία μπορούν να ληφθούν κατάλληλα μέτρα. Η συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει την απλούστευση των νομοθετικών διαδικασιών και μόλις τεθεί σε ισχύ, όλες οι αποφάσεις στον τομέα των μεταφορών θα λαμβάνονται με τη διαδικασία της συναπόφασης (άρθρο 189 Β). Βλέπε: * Διαδικασία απλής γνώμης * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189B * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Γ * Ειδική πλειοψηφία * Ομοφωνία Κοινή στρατηγική (ΚΕΠΠΑ) Η κοινή στρατηγική είναι ένα νέο όργανο που θα εισαχθεί στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ. Ένα νέο άρθρο Ι 3 προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τις αρχές και τις γενικές κατευθύνσεις της ΚΕΠΠΑ και ότι αποφασίζει κοινές στρατηγικές προς υλοποίηση από την Ένωση, στους τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη έχουν σημαντικά κοινά συμφέροντα. Ειδικότερα, οι κοινές στρατηγικές καθορίζουν τους στόχους, τη διάρκειά τους και τα μέσα που πρέπει να παρέχονται από την Ένωση και τα κράτη μέλη. Τίθενται σε εφαρμογή από το Συμβούλιο, ιδίως εγκρίνοντας κοινές δράσεις και κοινές θέσεις. Το Συμβούλιο συνιστά κοινές στρατηγικές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Βλέπε: * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Κοινοτικά νομοθετικά μέσα Ως κοινοτικά νομοθετικά μέσα ορίζονται τα μέσα που διαθέτουν τα κοινοτικά θεσμικά όργανα για την εκπλήρωση της αποστολής τους, στο πλαίσιο της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τηρώντας την αρχή της επικουρικότητας. Τα μέσα αυτά είναι τα ακόλουθα: * ο κανονισμός: υποχρεωτικός ως προς όλα τα στοιχεία που τον αποτελούν, εφαρμόζεται άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη. * η οδηγία: δεσμεύει το κράτος μέλος ως προς τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν, προϋποθέτει μεταφορά στο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο ενώ παράλληλα αφήνει περιθώριο επιλογής όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα εφαρμογής. * η απόφαση: υποχρεωτική ως προς όλα της τα στοιχεία, δεσμεύει εκείνους για τους οποίους προορίζεται και τους προσδιορίζει ρητά. * η σύσταση και η γνώμη: μη υποχρεωτικές, έχουν δηλωτικό χαρακτήρα. Βλέπε: * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Ιεράρχηση των κοινοτικών πράξεων * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κοινοτική διασύνδεση (passerelle) (ΔΕΥ) Το άρθρο Κ9 παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμοστούν οι κοινοτικές διατάξεις (ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 100 Γ) σε ορισμένους τομείς του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. H χρησιμοποίηση της δυνατότητας αυτής διασύνδεσης (passerelle) απαιτεί την ομοφωνία του Συμβουλίου καθώς και τις επικυρώσεις όλων των κρατών μελών σύμφωνα με τις εθνικές θεσμικές τους διατάξεις. Μετά τη θέση σε ισχύ της συνθήκης του Άμστερνταμ θα υφίσταται η εν λόγω διασύνδεση και όλοι οι τομείς του νέου άρθρου Κ1 του τίτλου VI θα μπορούν να μεταφερθούν στο νέο τίτλο IIIA της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. 1/4πως και στο παρελθόν η "κοινοτικοποίηση" αυτή πρέπει να αποφασιστεί ομόφωνα από το Συμβούλιο και να κυρωθεί από το κάθε κράτος μέλος. Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις * Κοινοτικοποίηση * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Κοινοτική και διακυβερνητική μέθοδος Η κοινοτική μέθοδος αναφέρεται στον θεσμικό τρόπο λειτουργίας του πρώτου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασίζεται στη λογική της ολοκλήρωσης, τηρώντας την αρχή της επικουρικότητας, και χαρακτηρίζεται ιδίως από τα ακόλουθα κύρια στοιχεία: * το μονοπώλιο του δικαιώματος πρωτοβουλίας της Επιτροπής * τη γενικευμένη χρήση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο * τον ενεργό ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (γνώμη, προτάσεις τροπολογιών, κλπ) * την ομοιόμορφη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που εξασφαλίζεται από το Δικαστήριο ΄Ερχεται σε αντίθεση με τον τρόπο θεσμικής λειτουργίας του δεύτερου και τρίτου πυλώνα που βασίζεται στη λογική της διακυβερνητικής συνεργασίας (διακυβερνητική μέθοδος) η οποία χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα βασικά στοιχεία: * το δικαίωμα πρωτοβουλίας που διαθέτει η Επιτροπή είτε το μοιράζεται με τα κράτη μέλη είτε περιορίζεται σε συγκεκριμένους τομείς * η ομοφωνία στο Συμβούλιο * ο συμβουλευτικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου * ο περιορισμένος ρόλος του Δικαστηρίου Βλέπε: * Δικαίωμα πρωτοβουλίας * Δικαστήριο * Ειδική πλειοψηφία * Έλεγχος της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Κοινοτικό δίκαιο * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κοινοτικό δίκαιο Με τη στενή έννοια του όρου, το κοινοτικό δίκαιο αποτελείται από τις ιδρυτικές Συνθήκες (πρωτογενής πηγή) καθώς και από τους κανόνες που περιλαμβάνονται στις πράξεις τις οποίες θέσπισαν τα κοινοτικά όργανα κατ' εφαρμογή των Συνθηκών αυτών (παράγωγο δίκαιο). Με την ευρεία έννοια, το κοινοτικό δίκαιο συμπεριλαμβάνει το σύνολο των κανόνων δικαίου που είναι εφαρμοστέοι στην κοινοτική έννομη τάξη. Περιλαμβάνει επομένως εξίσου τις γενικές αρχές δικαίου, τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δίκαιο που έχει προκύψει από τις εξωτερικές σχέσεις των Κοινοτήτων ή ακόμη το συμπληρωματικό δίκαιο που έχει προκύψει από τις συμβατικές πράξεις οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των κρατών μελών για την εφαρμογή των Συνθηκών. Βλέπε: * Έλεγχος της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου Κοινοτικό κεκτημένο Το κοινοτικό κεκτημένο ανταποκρίνεται στο κοινό υπόβαθρο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνδέει το σύνολο των κρατών μελών ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθιερώθηκε κυρίως βάσει της Συνθήκης της Ρώμης και των κειμένων που την συμπλήρωσαν (Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κ.τ.λ.), καθώς και βάσει του εκτεταμένου παράγωγου δικαίου που απορρέει από αυτά. Το κοινοτικό κεκτημένο διαρθρώνεται κυρίως γύρω από την εσωτερική αγορά και τις τέσσερις ελευθερίες της (ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των κεφαλαίων και των υπηρεσιών), γύρω από τις κοινές πολιτικές που στηρίζουν την εσωτερική αγορά (γεωργική πολιτική, εμπορική πολιτική, πολιτική ανταγωνισμού, πολιτική μεταφορών, κ.τ.λ.), καθώς και γύρω από τα μέτρα αλληλεγγύης των οποίων επωφελούνται οι πιο μειονεκτούσες περιφέρειες και πληθυσμοί. Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο της την πλήρη διατήρηση του κοινοτικού κεκτημένου και την ανάπτυξή του. Οι εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις από το νομικό πλαίσιο που αποτελεί το κοινοτικό κεκτημένο δεν αποτελούν τον κανόνα και είναι περιορισμένης εμβέλειας. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Πυλώνες της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση Κοινοτικοποίηση Η κοινοτικοποίηση δηλώνει ότι ένας τομέας ο οποίος, στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, ανάγεται στη διακυβερνητική μέθοδο (δεύτερος και τρίτος πυλώνας) - που χαρακτηρίζεται από τον κανόνα της ομοφωνίας - μεταφέρεται στην κοινοτική μέθοδο (πρώτος πυλώνας). Η κοινοτική μέθοδος βασίζεται στην ιδέα ότι η υπεράσπιση του γενικού συμφέροντος των πολιτών της ΄Ενωσης διασφαλίζεται καλύτερα όταν τα κοινοτικά όργανα διαδραματίζουν πλήρως το ρόλο τους στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, τηρώντας την αρχή της επικουρικότητας. Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, οι τομείς που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και οι οποίοι υπάγονται έως σήμερα στη δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις (τρίτος πυλώνας) θα «κοινοτικοποιηθούν» και επομένως θα διέπονται από την κοινοτική μέθοδο. Βλέπε: * Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (ΔΕΥ) * Κοινοτική διασύνδεση (ΔΕΥ) * Κοινοτική και διακυβερνητική μέθοδος * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης Κοινωνική Πολιτική Η αρμοδιότητα για την κοινωνική πολιτική κατανέμεται μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών και αποβλέπει στη βελτίωση των όρων διαβίωσης και εργασίας του εργατικού δυναμικού κατά τρόπο που να επιτρέπει την εναρμόνισή τους με στόχο την πρόοδο (Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας). Στους στόχους αυτούς προστίθενται, στη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική των δεκατεσσάρων κρατών μελών (την οποία δεν έχει προσυπογράψει το Ηνωμένο Βασίλειο), η προώθηση της απασχόλησης, η κατάλληλη κοινωνική προστασία, ο κοινωνικός διάλογος, η ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων και η καταπόλεμηση του αποκλεισμού. 1/4πως προκύπτει από την ύπαρξη των δύο αυτών κειμένων (Συνθήκη και συμφωνία για την κοινωνική πολιτική) ότι η κοινωνική πολιτική διαθέτει δύο διαφορετικές εφαρμοστέες νομικές βάσεις, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων : * τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία περιέχει τις διατάξεις που αφορούν όλα τα κράτη μέλη (τίτλος VIII). Η λήψη των μέτρων βάσει του τίτλου αυτού γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ (συνεργασία) και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (εκτός από τα μέτρα που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση για τα οποία απαιτείται ομοφωνία : άρθρο 121). * τη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο κοινωνικό πρωτόκολλο, το οποίο περιέχει τις διατάξεις που αφορούν τα δεκατέσσερα κράτη μέλη [ρήτρα εξαίρεσης (opting out) του Ηνωμένου Βασιλείου]. Η λήψη των μέτρων βάσει της συμφωνίας αυτής γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Γ (συνεργασία) και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή για τα μέτρα που αφορούν το άρθρο 2 (§2). 1/4ταν τα μέτρα αφορούν το άρθρο 2 (§3) απαιτείται ομοφωνία του Συμβουλίου και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Τέλος όταν τα μέτρα αφορούν το άρθρο 4 (αν δεν αφορούν και το άρθρο 2 §3) απαιτείται ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου και (αν αφορούν επίσης το άρθρο 2 §3) απαιτείται ομοφωνία του Συμβουλίου. Με την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Μάιο του 1997, έπαψε να ισχύει η ρήτρα εξαίρεσης της Βρετανίας στον κοινωνικό τομέα. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα θέσει προσεχώς σε εφαρμογή τις οδηγίες που εκδόθηκαν από τα δεκατέσσερα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική ενώ επίσης στηρίζει την ενσωμάτωση μιας ενισχυμένης κοινωνικής συμφωνίας στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μόλις αρχίσει να ισχύει η συνθήκη του Άμστερνταμ. Βλέπε : * Διαδικασία απλής γνώμης * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ (συνεργασία) * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ειδική πλειοψηφία * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Ένταξη της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική * Κοινωνικός Διάλογος * Κοινωνικός Χάρτης * Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή * Ομοφωνία * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική Κοινωνικοί εταίροι Η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει την άποψη διαφόρων κοινωνικών εταίρων όταν επιθυμεί να υποβάλει προτάσεις στον εν λόγω τομέα. Ο κοινωνικός διάλογος πραγματοποιείται με τις τρεις κύριες οργανώσεις εκπροσώπησης των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο: * Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων * Ένωση των Επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης * Ευρωπαϊκό Κέντρο Επιχειρήσεων. Καθήκον λοιπόν της Επιτροπής είναι να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να προωθήσει και να διευκολύνει την διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με τον μελλοντικό προσανατολισμό της κοινοτικής δράσης καθώς και για το περιεχόμενο των ενδεχόμενων προτάσεων που αφορούν την κοινωνική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αφορά κατά κύριο λόγο την αγορά εργασίας. Από τη Συνθήκη της Ρώμης, το 1957, είχε ήδη ιδρυθεί συμβουλευτική συνέλευση των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων από την Ευρώπη προκειμένου να συμμετάσχουν οι διάφορες αυτές ομάδες συμφερόντων στην οικοδόμηση της κοινής αγοράς. Η συνέλευση αυτή περιλαμβάνει εκπροσώπους από τρεις κατηγορίες: τους εργοδότες, τους μισθωτούς και τα ανεξάρτητα επαγγέλματα. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνουν τους τομείς για τους οποίους τα υπόλοιπα όργανα πρέπει να ζητήσουν τη γνώμη της συνέλευσης αυτής, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, όταν επιθυμούν να νομοθετήσουν σε κοινωνικά θέματα. Βλέπε: * Κοινωνικός διάλογος * Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή Κοινωνικός διάλογος Ο κοινωνικός διάλογος αποτελεί μια διαδικασία διαβούλευσης που διεξάγεται από τους κοινωνικούς εταίρους στο ευρωπαϊκό επίπεδο (Ένωση βιομηχανιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας -UNICE-, Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημόσιας Επιχείρησης -CEEP-, Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων -CES). Περιλαμβάνει τις συζητήσεις μεταξύ των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων, τις κοινές ενέργειές τους και τις τυχόν διαπραγματεύσεις τους, καθώς και τις συζητήσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο διάλογος αυτός ξεκίνησε το 1985 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η Συνθήκη υποχρεώνει ρητώς την Επιτροπή να τον αναπτύσσει (άρθρο 118Β). Μέχρι σήμερα έχουν προκύψει δεκαπέντε κοινές γνώμες όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση κ.τ.λ. Κατ' εφαρμογή της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική σε δεκατέσσερα κράτη μέλη ο κοινωνικός διάλογος μπορεί επίσης να οδηγήσει σε συμβατικές σχέσεις -συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών- η εφαρμογή των οποίων εξαρτάται από την απόφαση του Συμβουλίου, βάσει προτάσεως της Επιτροπής. Μέχρι σήμερα, υπάρχουν δύο συμφωνίες του είδους αυτού μεταξύ των κοινωνικών εταίρων που αφορούν τη γονική άδεια και τη μερική απασχόληση. Εκτός από το μόνιμο διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους, η Επιτροπή οργάνωσε το πρώτο ευρωπαϊκό φόρουμ για την κοινωνική πολιτική το Μάρτιο του 1996 για να συγκεντρωθούν οι αντιπρόσωποι των ενώσεων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των κοινωνικών εταίρων, των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών. Βλέπε: * Διαφοροποιημένη ολοκλήρωση * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Κοινωνική πολιτική * Κοινωνικοί εταίροι * Κοινωνικός Χάρτης * Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική Κοινωνικός Χάρτης Ο Κοινωνικός Χάρτης εκδόθηκε το 1989 με τη μορφή δήλωσης, από όλα τα κράτη μέλη πλην του Ηνωμένου Βασιλείου. Θεωρήθηκε ως πολιτικό μέσο το οποίο περιλαμβάνει "ηθικές υποχρεώσεις" οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του σεβασμού ορισμένων κοινωνικών δικαιωμάτων στα κράτη αυτά. Τα δικαιώματα αυτά αφορούν κυρίως την αγορά εργασίας, την επαγγελματική κατάρτιση, τις ίσες ευκαιρίες και το περιβάλλον εργασίας. Περιλαμβάνει επίσης το ρητό προς την Επιτροπή αίτημα να αναλάβει πρωτοβουλίες με στόχο τη μεταφορά του περιεχομένου του Κοινωνικού Χάρτη στις νομοθετικές πράξεις. Τον Κοινωνικό Χάρτη ακολούθησαν προγράμματα κοινωνικής δράσης. Μετά το σχηματισμό νέας κυβέρνησης τον Μάϊο του 1997, το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνυπογράψει τον Κοινωνικό Χάρτη. Βλέπε: * Κοινωνική πολιτική * Κοινωνικός διάλογος * Πρωτόκολλο σχετικά με την κοινωνική πολιτική * Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική Κος ή κα ΚΕΠΠΑ Με τον όρο "κ. ή κα ΚΕΠΠΑ" τίθεται το θέμα εάν η πρόβλεψη νέας ξεχωριστής αρμοδιότητας στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) θα επιτρέψει στην Ένωση να εκφραστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και συνοχή στην διεθνή σκηνή αποκτώντας πιο κατανοητή φωνή και πρόσωπο. Βλέπε: * 3/4πατος εκπρόσωπος για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Κριτήρια σύγκλισης Με στόχο την εξασφάλιση της συνεχούς σύγκλισης που απαιτείται για την υλοποίηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), η Συνθήκη καθόρισε πέντε κριτήρια σύγκλισης τα οποία πρέπει να τηρήσει κάθε κράτος μέλος για να είναι σε θέση να συμμετάσχει στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ. Η εξέταση της τήρησης αυτών των κριτηρίων σύγκλισης γίνεται βάσει εκθέσεων της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος (ΕΝΙ), Αυτά τα κριτήρια είναι τα ακόλουθα: * ο λόγος μεταξύ δημόσιου ελλείμματος και ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3%. * ο λόγος μεταξύ δημόσιου χρέους και ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60%. * ένας συνεχής βαθμός σταθερότητας των τιμών και ένα μέσο ποσοστό πληθωρισμού (που παρατηρείται κατά τη διάρκεια περιόδου ενός έτους πριν από την εξέταση) που δεν πρέπει να υπερβαίνει περισσότερο από 1,5% το αντίστοιχο των τριών κρατών μελών που παρουσιάζουν τα καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών. * ένα μακροπρόθεσμο μέσο ονομαστικό επιτόκιο που δεν πρέπει να υπερβαίνει κατά περισσότερο από 2% το επιτόκιο των τριών κρατών μελών που παρουσιάζουν τα καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών. * τα φυσιολογικά περιθώρια διακύμανσης που προβλέπονται από το μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος πρέπει να τηρούνται, χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις, τουλάχιστον κατά τα δύο τελευταία έτη πριν από την εξέταση. Στόχος των κριτηρίων σύγκλισης είναι να εξασφαλιστεί ότι η οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της ΟΝΕ θα είναι ισόρροπη και δεν θα επιφέρει εντάσεις μεταξύ των κρατών μελών. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κριτήρια όσον αφορά το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος θα πρέπει να συνεχίσουν να τηρούνται μετά την έναρξη ισχύος του τρίτου σταδίου της ΟΝΕ (1η Ιανουαρίου 1999). Για το σκοπό αυτό, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ εγκρίθηκε Σύμφωνο σταθερότητας. Βλέπε: * Οικονομική και Νομισματική Ένωση * Σύμφωνο σταθερότητας Κωδικοποίηση των νομοθετικών κειμένων Η συστατική ή επίσημη κωδικοποίηση αναφέρεται στην έκδοση μιας νέας νομικής πράξης, δημοσιευμένης στην Επίσημη Εφημερίδα (σειρά L), η οποία συμπεριλαμβάνει και καταργεί τις πράξεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της κωδικοποίησης (βασική (ές) πράξη(εις) + τροποποιητικές πράξεις), χωρίς να τις τροποποιεί ουσιωδώς. Η κωδικοποίηση μπορεί να είναι: * κάθετη: η νέα νομική πράξη ενσωματώνει σε μία μόνο τη βασική πράξη και τις πράξεις τροποποίησής της· * οριζόντια: η νέα νομική πράξη ενσωματώνει σε μία μόνη πολλές παράλληλες βασικές πράξεις -και τις τροποποιήσεις τους- που αφορούν όμως το ίδιο ζήτημα. Βλέπε: * Απλούστευση της νομοθεσίας Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Λ Λευκές βίβλοι Οι Λευκές βίβλοι που εκδίδονται από την Επιτροπή είναι έγγραφα που περιλαμβάνουν προτάσεις κοινοτικής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούν προέκταση των πρασίνων βίβλων σκοπός των οποίων είναι η έναρξη διαδικασίας διαβουλεύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μπορούν να αναφερθούν ως παράδειγμα οι λευκές βίβλοι για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, την "ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και απασχόληση" ή ακόμη για την προσέγγιση των νομοθεσιών των συνδεδεμένων κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στους τομείς που έχουν σχέση με την εσωτερική αγορά. Εφόσον διατυπωθεί ευνοϊκή γνώμη για τη λευκή βίβλο από το Συμβούλιο, μπορεί, ενδεχομένως, να αποτελέσει πρόγραμμα δράσης της Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα. Βλέπε: * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Πράσινες βίβλοι * Συμβούλιο της Ένωσης Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Μ Μονάδα σχεδιασμού της πολιτικής και έγκαιρης προειδοποίησης Η ιδέα της δημιουργίας μονάδας σχεδιασμού της πολιτικής και έγκαιρης προειδοποίησης στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) βασίζεται στην άποψη ότι για να είναι αποτελεσματική η ΚΕΠΠΑ χρειάζεται πιο οξυδερκή και πιο έγκαιρη ανάλυση για τις βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες εξωτερικές εξελίξεις. Με την οπτική αυτή, οι αποφάσεις που ανάγονται στην ΚΕΠΠΑ πρέπει να στηρίζονται σε καλύτερη ανάλυση, η οποία θα είναι κοινή για τα μέλη της Ένωσης. Με τη δήλωση που περιλήφθηκε στην Τελική Πράξη, η Δικαυβερνητική Διάσκεψη συμφώνησε για τη δημιουργία μονάδας σχεδιασμού της πολιτικής και έγκαιρης προειδοποίησης στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου υπό την ευθύνη του Γενικού Γραμματέα. Η μονάδα αυτή στελεχώνεται με προσωπικό από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Βλέπε: * Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) * 3/4πατος εκπρόσωπος για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Ν ΝΑΤΟ (Οργάνωση της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού) Η οργάνωση της συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ, που είναι επίσης γνωστή ως βορειοατλαντικό σύμφωνο) ιδρύθηκε το 1949 με έδρα τις Βρυξέλλες. Περιλαμβάνει 16 κράτη μέλη στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη της ΕΕ (εκτός από την Αυστρία, τη Φινλανδία, την Ιρλανδία και τη Σουηδία), ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ισλανδία, η Νορβηγία και η Τουρκία. Η πολιτική της Ένωσης λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για ορισμένα κράτη μέλη του βορειοατλαντικού συμφώνου και είναι συμβατή με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που έχει εγκριθεί στο πλαίσιο αυτό. Η δήλωση αριθ. 30 που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, διευκρινίζει τις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ΔΕΕ η οποία αποτελεί το αμυντικό όργανο της Ένωσης και το μέσο ενίσχυσης του ευρωπαϊκού σκέλους της ατλαντικής συμμαχίας. Βλέπε: * Ανανεωμένο ΝΑΤΟ * Δυτικοευρωπαϊκή ένωση (ΔΕΕ) * Κοινή αμυντική πολιτική * Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας * Συλλογική άμυνα Νομική προσωπικότητα της Ένωσης Το θέμα της νομικής προσωπικότητας της Ένωσης τίθεται κυρίως όσον αφορά τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συνάπτει συνθήκες ή να προσχωρεί σε συμβάσεις. Πράγματι, η Ένωση που περιλαμβάνει τρεις ξεχωριστές κοινότητες η καθεμία από τις οποίες διαθέτει νομική προσωπικότητα (Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) και δύο τομείς διακυβερνητικού χαρακτήρα, δεν διαθέτει αυτό που αποκαλούμε στο διεθνές δίκαιο "treaty making power" δηλαδή τη διεθνή δυνατότητα να συνάπτει συμφωνίες με τρίτα κράτη. Κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη τα κράτη μέλη δεν κατέληξαν σε συμφωνία και συνεπώς η συνθήκη του Άμστερνταμ δεν περιλαμβάνει νέα διάταξη για το θέμα αυτό το οποίο αποτελεί για ορισμένους πλαστό πρόβλημα καθόσον δεν εμποδίζεται η Ένωση να συνάψει συμφωνίες και να προωθήσει τις θέσεις της στη διεθνή σκηνή. Βλέπε: * Ενιαίο θεσμικό πλαίσιο * Ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) * Πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νομισματική Πολιτική Οι σχετικές με τη νομισματική πολιτική διατάξεις περιλαμβάνονται στα άρθρα 105 έως 109 και αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Η λειτουργία της περιλαμβάνει διάφορες διαδικασίες λήψης αποφάσεων ανάλογα με τα εξεταζόμενα θέματα: * τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ σε διαβούλευση με την ΕΚΤ για την έκδοση κερμάτων από τα κράτη μέλη (άρθρ. 105Α, παρ. 2). * την ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου έπειτα από σύσταση είτε της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) είτε της Επιτροπής και διαβούλευση με την ΕΚΤ, για τον καθορισμό των προσανατολισμών της συναλλαγματικής πολιτικής (άρθρ. 109, παρ. 2). * την ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου έπειτα από σύσταση της ΕΚΤ και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή για τα μέτρα εφαρμογής που προβλέπονται από το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) (άρθρ. 106, παρ. 6) και για τα όρια και τους όρους σύμφωνα με τους οποίους η ΕΚΤ δικαιούται να επιβάλλει πρόστιμα (άρθρ. 108, παρ. 3). * την ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου έπειτα από σύσταση της ΕΚΤ και διαβούλευση με την Επιτροπή και σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για τις τεχνικές τροποποιήσεις του καταστατικού του ΕΣΚΤ (άρθρ. 106, παρ. 5). * την ομοφωνία του Συμβουλίου έπειτα από σύσταση της ΕΚΤ ή της Επιτροπής και διαβούλευση με την ΕΚΤ, καθώς και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες του ECU έναντι μη κοινοτικών νομισμάτων (άρθρ. 109, παρ. 1). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι θεσμικές διατάξεις (άρθρ. 109 Α - 109 Δ) και οι μεταβατικές διατάξεις (άρθρ. 109 Ε - 109 Μ) που αφορούν τον τίτλο VI της συνθήκης ΕΚ (οικονομική και νομισματική πολιτική) περιέχουν ιδιαίτερες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, διαφορετικές από αυτές που έχουν αναφερθεί παραπάνω. Βλέπε: * Διαδικασία απλής γνώμης (διαβούλευση) * Διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ * Ειδική πλειοψηφία * Ευρωπαϊκή Επιτροπή * Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα * Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο * Κριτήρια σύγκλισης * Οικονομική και Νομισματική Ένωση * Ομοφωνία * Συμβούλιο της Ένωσης * Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης Γλωσσάριο Η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Ο Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποτελείται από 222 μέλη που χωρίζονται σε τρεις ομάδες: εργοδότες, εργαζομένους και αντιπροσώπους συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (γεωργούς, βιοτέχνες, ΜΜΕ και βιομηχανίες, ελεύθερα επαγγέλματα, αντιπροσώπους των καταναλωτών, της επιστημονικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, της κοινωνικής οικονομίας, των οικογενειών, των οικολογικών κινημάτων). Γνωμοδοτεί πριν από την έγκριση πολλών πράξεων και επίσης μπορεί να εκδίδει γνώμες με δική της πρωτοβουλία. Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, θα λαμβάνει χώρα υποχρεωτικά διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή όσον αφορά μεγαλύτερο αριθμό τομέων (νέα πολιτική απασχόλησης, κοινωνικά θέματα, δημόσια υγεία) και θα μπορεί να λάβει χώρα διαβούλευση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Βλέπε: * Κοινωνικοί εταίροι * Κοινωνικός διάλογος Οικονομική και κοινωνική συνοχή Η οικονομική και κοινωνική συνοχή εισήχθη στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Η οικονομική και κοινωνική συνο